"If a picture is worth a thousand words, a song is worth a million."

(Anon.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Elias. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Elias. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 22 Μαΐου 2010

Αυτή.



Δέκα λερωμένοι κούβαροι από σεντόνια ο ένας πάνω απ' τον άλλο,
πεταμένες πετσέτες στο πάτωμα, δίπλα από άδεια πακέτα τσιγάρα,
πετσέτες με ξεραμένο σπέρμα και ψόφιες σταγόνες ιδρώτα,
((ψόφια σώματα, κουφάρια, νεκρά μόμολα και υδάτινες κουράδες των πόρων))
ανοιχτό παράθυρο, οι λεμονιές παίρνουν μάτι, μαζί με τα νυχτοπούλια,
δυο σακάτηδες συναισθημάτων να τυλίγονται ο ένας στον άλλο,
ω ναι, και πώς τη φίλαγα απόψε, δάγκωνα τα χείλια και δάγκωνα τις ρώγες,
και τα δάχτυλά της, τουρτούριζαν σα νεοσσοί και χώνονταν ανάμεσα απ' τα πόδια μου,
ρουφώντας ζέστη, κουτούλαγα άτσαλα στο σώμα της, αφήνοντας λεωφόρους από σάλιο
απ' τον αφαλό ως το λαιμό,
ένας κηφήνας που ψαχούλευε για μέλι στη κηρήθρα, έτοιμος να ρουφήξω οτιδήποτε
υγρό μπορούσα να λάβω,
φτύνοντάς το στη συνέχεια στα δάχτυλά μου, ενώ αυτή τη χτυπούσαν αόρατα κύμματα
από ενέργειες που δε μπόρεσα ποτέ να καταλάβω,
ενώ αυτή τρανταζόταν στο ξύλινο Μολώχ,
τεντώθηκα προς το μέρος της και της σχημάτισα ένα σταυρό στο κούτελο
με το ίδιο της το μέλι
άγιες φιγούρες και οι δυο, πεταμένες, εξόριστες, δίχως ανάγκη για ναούς
παρά μόνο για τραγούδι και κρασί,
το δέρμα της έμοιαζε να γίνεται μπρούτζινο, με τη πορτοκαλί λάμπα,
το μόνο φως στο μικροσκοπικό δωμάτιο,
αυτή να μου ψιθυρίζει κάτι στο αυτί, πιπιλώντας το λαιμό μου
και χαϊδεύοντας το γυμνό μου το κρανίο,
και τα δάχτυλά της συνέχιζαν να είναι κρύα και μοναχικά.

Έκανα σεξ με τη γυναίκα, με τη κόρη του Αυτοκράτορα,
και ήταν το τελευταίο μου βράδυ στη Ζωή,
πριν με ανακαλύψουν οι γενίτσαροί του το επόμενο πρωί,
αποκοιμισμένο, με τα μακριά της κατάμαυρα μαλλιά να μου κρύβουν το μισό το σώμα,
και με οδηγήσουν στη κρεμάλα
ενώ αυτή θα κοιμάται ακόμα
και θα συνεχίσει να κοιμάται για πολύ ακόμα
δίχως να μάθει ποτέ.

Παρασκευή 21 Μαΐου 2010

Εωσφόρος


(http://www.youtube.com/watch?v=eW31U3Ih8RM)


Το καλοκαίρι σνόμπαρε τη παλιά μου γειτονιά, στο πρώτο μας σπίτι, στη πρώτη πόλη όπου έμενα, πιτσιρικάκος, κοντόχοντρος και ανασφαλής για όλα, μαζί με τους γονείς μου, 4 άτομα αρχικά, και μετά 5, όταν γεννήθηκε η αδερφή μου, ((το θυμάμαι σα σήμερα, ένα συννεφιασμένο βράδυ του Νοέμβρη, έπαιζα στο χαλί, χανόμουνα στα χρώματα και τα σχήματα και έφερνα σβούρες με το σώμα μου μέσα τους, ήταν ζεστά και φιλόξενα, όταν ήρθαν οι γονείς μου με ένα μικροσκοπικό άνθρωπο τυλιγμένο σα κουβάρι στην αγκαλιά της μάνας, ήταν πιο ενδιαφέρον θέαμα από το χαλί σίγουρα, αλλά το χαλί δεν ούρλιαζε, ούτε απαιτούσε τίποτα)), 5 άτομα μέσα στο τσιμεντένιο στάβλο, όπου δε χώραγε ούτε ένα ζευγάρι για να ζήσει άνετα, σε αυτό το τσιμεντένιο στάβλο, όπως και σε όλους τους τσιμεντόσταβλους της γειτονιάς, το καλοκαίρι μας σνόμπαρε, ο ήλιος μας θυμόταν πού και πού, και μας έκλανε λίγη ευλογία, με το πρωκτοσταγονόμετρο, με το ρέγουλο, και θαρρώ πως όντως δεν άξιζε σε κανένα μας το παραπάνω φως και η ζέστα που ξεχείλιζε παντού τριγύρω, ω ναι, η γειτονιά μας ήταν ένα μοσαϊκό από σπασμένο παρελθόν και αποτυχία, τα θραύσματα εκτοξεύονταν προς όλες τις κατευθύνσεις και μια φορά πιστεύω πως άκουσα τη γιαγιά μου να λέει πως μια παλιά της ανάμνηση, μια παλιά της ανάμνηση αποτυχίας, έφτασε μέχρι τον ουρανό και έξυσε το φεγγάρι στον αφαλό και το μάτωσε.

Δεξιά μας έμενε μια οικογένεια με 4 γκόμενες και έναν τύπο που διακινούσε ντρόγκια, είχαν και ένα πιτσιρικάκι που του έμαθαν να μιλάει μετά τα 4 και βάλε, μιας και δε του δινε κανείς σημασία, οι θηλυκιές γαμιόντουσαν και ο σέρνικος ξηγιότανε, αργότερα έφυγαν, ήρθαν άλλες οικογένειες που έφυγαν κι αυτές στο λεπτό, και το σπίτι λέγανε ότι είναι στοιχειωμένο, απέναντι από αυτό το σπίτι ήταν κολλημένα τα σπίτια του κυρ Θανάση και του κυρ Θόδωρα, γέρικες πούστρες, που μιλάγανε με το σεις και με το σας ((και που μου έριχναν νερό με το λάστιχο το καλοκαίρι όταν έμπαινα στην αυλή τους, απ' το σώμα ως το μαγιό, ιδιαίτερα στο μαγιό, που κόλλαγε πάνω μου και αυτοί προσποιούνταν ότι δε κοίταγαν το μικροσκοπικό μου τσουτσούνι που πετιόταν σα ρόγα σταφύλι ζαρωμένη μέσα απ' το βρεμμένο ένδυμα, μα τις πατούσες μου, όταν άφηνα πατημασιές στα πλακάκια, και μου έλεγαν με σκεπτικό ύφος, "χμμμ, έχεις πλατυποδία", κοιτώντας ακόμα το τσουτσούνι)), δίπλα τους έμενε ένα σμήνος γεροντοκόρες, 4-5 θα'τανε κι αυτές, σιχαμένες μάγισσες, είχαν έναν κήπο που φύτρωναν σκυλάκια και έναν μεγάλο κορμό δέντρου κομμένο, που χρησίμευε πλέον για σκαμνί, δεν ήθελα να πηγαίνω καν εκεί, έπαιρνα όμως το δρόμο αλάργα ευθεία δεξιά προς το ποτάμι, από κάτω απ' το ποτάμι έμεναν γύφτοι και άστεγοι και πρέζοι, μες το σκοτάδι, λίγο μεγαλύτερος, επιστρέφοντας από τη πόλη, τους έβλεπα να μισοπεθαίνουν, λεπτό με το λεπτό, είτε να μου γνέφουν απ' τα σκοτάδια, και έτρεχα, έτρεχα, έτρεχα προς το σπίτι, όχι, εκεί ακριβώς ήταν και το σπίτι με τον Θωμά, ή Κώστα ή Ζαχαρία, ο Θωμάς ή Κώστας ή Ζαχαρίας έφερνε βόλτα στη περιοχή κοπανιόντας το χέρι του στον αέρα και κοιτώντας μας με παραπονιάρικα, καθυστερημένα μάτια, μετά ούρλιαζε και έμπαινε στο σπίτι πάλι, με κάτι ανάμεσα σε βρυχηθμό και κλάμμα νεογέννητου παγωνιού, όλοι φταίγαμε χωρίς να ξέρουμε γιατί. Από τ'αριστερά, ανοίγονταν οι πολυκατοικίες, με γκρίζους, ανέραστους μικροαστούς, μίζερους, μίζερους επειδή δεν είχαν πλέον όνειρα για το πώς θα βγάλουν λεφτά, στη γωνία ζούσε μια λεσβία γύφτισσα με τα 3 παιδιά της, αντρογυναίκα, μπουκλωτό μαλλί, μούρη κατάμαυρη ναυτικού με γυαλιά, φορούσε δερμάτινα και καβαλούσε μηχανάρες, πήγαινε και γαμούσε μια τύπισσα απ' την πόλη και εκείνη της έδινε λεφτά, δίπλα της έμενε ο Γιάννης που γυρόφερνε δίχως σκοπό στη πόλη, αναζητώντας πρέζα, κόβωντάς την, ξαναρχίζοντάς την, μέχρι που μια μέρα τον βρήκανε στο σπίτι μουλιασμένο απ' την άλγεβρα της ανάγκης, απέναντι απ' τη γύφτισσα έμενε η κυρα Ντίνα με τα δυο παιδιά της, χωρισμένη, μια μέρα είχε σκάσει ολόκληρος στόλος από ναύτες σπίτι της και τη γαμήσανε ομαδικά, σπάζοντάς της και τα μούτρα στη συνέχεια, για λόγους που ποτέ δεν ενδιαφέρθηκα να μάθω, θυμάμαι να προσπαθούμε να παίξουμε με το συνομήλικο γιο της με τουβλάκια, και να μας κλείνει στο μπαλκόνι, κλείνοντας τη μπαλκονόπορτα από μέσα, για να γαμηθεί, οπότε πηδάγαμε απ' το μπαλκονάκι και φέρναμε βόλτα στη παραλία, κάθε καλοκαίρι, χαζεύαμε τα καλάμια και κοιτάγαμε τη θάλασσα, αναρωτόμενοι πού τελειώνει.

-Έχει μια μεγάλη τρύπα ευθεία πέρα, και χύνονται όλα τα νερά κει μέσα.
-Α ναι ε; Και πού πάνε μετά τα νερά;
-Πέφτουν στο κενό, στο διάστημα.

Έκανε να περιγράψει το σχήμα της γης και μιας πιθανής κουφάλας στην άκρη της με τα χέρια, έκανε κάτι σα περιστέρι.

-Βλέπεις;
-Και στο διάστημα τι κάνει το νερό;
-Το νερό κουβαλάει αλάτι. Και το αλάτι όταν μαζεύεται στο διάστημα πολύ, σιγά σιγά σχηματίζει πλανήτες!
-Αλήθεια;!
-Μα ναι!
-Θέλεις να φτιάξουμε το δικό μας πλανήτη;!
-Αμέ! Και πώς θα τον ονομάσουμε;
-Θα τον πούμε Εωσφόρο!
-Τι είναι "Εωσφόρος";
-Δε ξέρω, μα η γιαγιά μου έλεγε ότι τον είδε στο όνειρό της χτες το βράδυ, ήταν λέει κατάμαυρος και με μακριά μαλλιά!
-Ακούγεται ωραίος!
-Ναι!

Κείνο το καλοκαίρι το περάσαμε σκάβοντας στην άμμο μεγάλα λαγούμια, όσο πιο βαθιά μπορούσαμε, για να φτάσουμε στο διάστημα και να χύσουμε κει ένα μέρος της θάλασσας, και ο ήλιος μόνο τότε θα'λεγα πως μας έριξε όσες ακτίνες γουστάραμε, δίπλα απ' τα καλάμια, με την αλμύρα να μας σκάει στο πρόσωπο σαν τα πρωτοβρόχια.

-Ηλίας