"If a picture is worth a thousand words, a song is worth a million."

(Anon.)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Pooka. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Pooka. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010

Mια τέλεια μέρα







Το πιάνο ξεκινάει να παίζει ενώ επιθεωρώ το μπαλκόνι μου. Δένει υπέροχα με την απαλή βροχή και το γλυκό νοτιά, καιρός ήτανε, έκανε πολύ κρύο για μέσα φθινοπώρου. Σήμερα, όμως, ο άνεμος απαλύνει το κρύο, η βροχή λιώνει την ψύχρα. Ο μικρός χειμώνας φεύγει, για να ξαναγυρίσει όταν πρέπει.
Σήμερα ήταν μια τέλεια μέρα, έστω κι αν ήταν χωρίς εσένα. Είχε γέλια και λουλούδια και σουβλάκια κάτω από τη βροχή. Είχε μικρές συνομωσίες και γυναικεία αλληλεγγύη. Είχε βιβλία και ντοκιμαντέρ, κουβέρτες και ζεστά ροφήματα. Ήταν γεμάτη ζωή.
Το μπαλκόνι σχεδόν ευχαριστεί για τη βροχή, κι εγώ παραξενεύομαι, γιατί αυτή η εκδοχή του τραγουδιού είναι κάπως περίεργη. Πιο δυνατή, πιο ζωντανή, σαν να είναι όλοι οι τραγουδιστάδες εδώ και να τραγουδάνε μες στο σπίτι. Να αντηχούν οι τοίχοι και να τρίζουν τα πατώματα. Σχεδόν ακούω και τη φωνή σου μέσα, τσιτώνομαι κι αναπηδάω, τα πόδια μου τρέμουν.

Ξαναμπαίνω στο δωμάτιο και τυλίγομαι με την κουβέρτα. Το φιλοσοφώ.

Η ιδέα μου ήταν. Αλλά μπορεί και όχι, μπορεί να είδα κάτι τυχαία, με την άκρη του ματιού. Κάποιοι λένε πως, όταν βλέπεις κάτι με την άκρη του ματιού, είναι μια σκέψη που έχει πάρει μορφή. Κάποιοι ίσως λένε και μαλακίες. Κάποιοι, επίσης, ίσως να μπέρδεψαν και το φασκόμηλο που αγόρασα και ήπια με κάτι άλλο. Αλλά εγώ είδα κάτι, κι εφόσον έχω το δικαίωμα να κρίνω τι είναι μαλακία και τι όχι, αποφασίζω ότι αυτό που είδα ήταν η σκέψη σου και την καλωσόρισα, αφού έφαγα πρώτα μια τρομάρα.



Το τραγούδι συνεχίζει να παίζει. Πιάνα και φωνές, τέλειες μέρες, τσιμπήματα στα μπράτσα και στα μπούτια, και παντού μεσαέξω. Κάτι άυλο έχει χώσει το χέρι του στην κοιλιά μου και μου γυρνάει τα σπλάχνα, κι αυτό δεν είναι το φασκόμηλο. Ηρεμιστικό, σου λέω. Αναλγητικό. Παυσίλυπο.

Σκέφτομαι τις τέλειες μέρες που πέρασα τον τελευταίο καιρό, με ή χωρίς εσένα. Διάκριση δύσκολη, αλλά ανέφικτη, όχι. Σε αγαπούσα πια ανιδιοτελώς και αγνά σαν παιδί, δε με εξουσίαζαν τα θηρία, όπως όταν σε είχα πρωτοερωτευτεί. Είχα ελευθερωθεί, και γι' αυτό δεν πόνεσα όταν έφυγες. Η αγάπη δεν μπορεί να πονάει. Η αγάπη είναι απαλοσύνη και ζεστή σιγαλιά, ψιθυριστή συνομωσία, δίχως κάψιμο και πυροτεχνήματα που κρατάνε δυο στιγμές. Αλλά και πάλι, ίσως λέω μαλακίες, γιατί η αγάπη είναι απλά απερίγραπτη.

Οι τέλειες μέρες, με σένα ή χωρίς εσένα. Το ίδιο συναίσθημα, η ίδια ελευθερία, το ίδιο γέλιο που διαλύει σύμπαντα και τα ξαναφτιάχνει με μια αναπνοή.

Ίσως αυτό, τελικά, να είναι η αγάπη. Μια τέλεια μέρα.

Και δεν έχω τίποτα άλλο να πω εκτός από το ότι σ' ευχαριστώ.

Πέμπτη 10 Ιουνίου 2010

Σχεδόν Μεσοκαλόκαιρο



Μεσοκαλόκαιρο και το φως βασιλεύει αμείλικτα, θυμίζοντας μυθολογικές τυραννίες ηλιακών θεών που ήρθανε και χτύπησαν τις Κυρές του Φεγγαριού.
Ώρα όγδοη εσπερινή, είμαι ήδη στο δεύτερο ούζο, γελάω ανάλαφρη, γεμάτη μέρα σήμερα, γεμάτη κόπο, τρέξιμο, χαλάρωση μετά και λίγη φωτοσύνθεση, καθώς άπλωνα τα κανιά μου να λιαστούνε στα Εξάρχεια.

Στο σπίτι, η δροσιά των τεσσάρων τοίχων μού θυμίζει το ασβεστωμένο σπίτι της γιαγιάς μου, εκείνο το νεραϊδόσπιτο που έπαιζα μικρή, και στεκόμουν στο αυτοσχέδιο, ξύλινο μπαλκονάκι να επιθεωρώ την χαράδρα κάτω σαν βιγλάτορας. Το σπίτι έχει πια γκρεμιστεί, η τύχη της χαράδρας αγνοείται, σίγουρα δε θα την ξαναδούμε και οι καινούριοι τοίχοι δε θα είναι ασβεστωμένοι.

Δε γαμιέται. Κάποια πράγματα πρέπει να τελειώνουν, μού λέει ένας φίλος μου, εμφανώς προβληματισμένος, λέει ότι δεν έχει ψυχή και γελάω μαζί του, γελάω γιατί νομίζει ότι δεν έχει ψυχή και γελάω επειδή έχει πλάκα πώς το μεσοκαλόκαιρο ενώνει τα μυαλά των ανθρώπων.

Πού να ήταν και νύχτα. Πού να μας τύλιγε το ζεστό, υγρό σκοτάδι της Αθήνας, άχρονη μήτρα, να μας κάνει να κουλουριαστούμε σαν αγέννητοι στην πανσπερμία της ύπαρξης. Όταν είσαι αγέννητος, έχεις τη δύναμη να γίνεις ό, τι θέλεις σχεδόν, μόνο που δεν το ξέρεις. Είσαι παντοδύναμος και τόσο ανυπεράσπιστος συνάμα, ένα χάος σε σμίκρυνση.

Αναμονή της νύχτας και γλυκιά θολούρα. Κάποια πράγματα τελειώνουν για να αρχίσουν άλλα, λέω στο φίλο μου, θέλω να τον ελευθερώσω, πώς να ταρακουνήσεις όμως ένα πεισμωμένο, μεσοκαλοκαιρινό κεφάλι. Και ποια είμαι εγώ πού θα τον ελευθερώσω, όπως και να ΄χει, εδώ αγωνίζομαι νύχτα-μέρα να σπάσω τα δικά μου δεσμά και η anima liberatrix εξαντλείται. Έχω γέλιο ίσα ίσα για να βγάλω την επόμενη μέρα. Και την επόμενη μέρα, τσίμα-τσίμα για τη μεθεπόμενη. Η κρίση είναι μέσα μας, τελικά.

Άμα ήταν νύχτα, ίσως να γελούσα παραπάνω. Μου έλειψε να καίγομαι μαζί του, μου έλειψε να καίγομαι με ανθρώπους αγαπημένους από τα παλιά, γενικώς. Εκεί που η σιωπή είναι γεμάτη, σπάνια και πολύτιμη σαν καλοκαιρινή νύχτα. Και μου κακοφαίνεται που γεμίζω τον ουρανίσκο μου οινόπνευμα ενώ έξω έχει ακόμα φως – αλλά δε γαμιέται. Σύντομα η δικτατορία του φωτός θα πάρει τέλος. Η ξεδιαντροπιά της μέρας θα μπει σε μια τάξη, θα μικρύνει, θα έρθουν νύχτες μεγαλύτερες, καλοκαιρινές, στοργικές. Το φεγγάρι θα φτιάξει ξανά κι άλλες, παλλόμενες ψευδαισθήσεις. Χρειαζόμαστε κάπου-κάπου τις ψευδαισθήσεις, χρειαζόμαστε κάπου-κάπου τα παραμύθια. Πάνω από όλα, χρειαζόμαστε τον παλμό και τη στοργή.

«Νύσταξα», λέει ο επίσης μεθυσμένος φίλος μου, από την άλλη άκρη της γραμμής.
«Πήγαινε κοιμήσου.»
«Εσύ τι θα κάνεις;»
«Θα περιμένω τη νύχτα.»

Παρασκευή 28 Μαΐου 2010

Αύριο πάλι.


Θέλει προσπάθεια κάποιος να με σηκώσει από τις στάχτες μου, να με τινάξει, πάνω κάτω, βρίζοντας, να μου πετάξει το κατσούφισμα μακριά, να με κάνει άνθρωπο.
Εκείνη το μπορεί, και μάλιστα χωρίς πολλά-πολλά.
“¨Σήκω. Έλιωσες.”

Σηκώνομαι, με βοηθάει να ντυθώ, νερό στη μούρη, κουκλί είσαι, άντε, πάμε, θα είναι ωραία.
“Ε;”
Παιδάκι Α' Δημοτικού εγώ – με μαθησιακές δυσκολίες.
Δε μου λέει τίποτα, παρά μόνο ότι πάλι έβαψα ανόμοια τα μάτια μου, αλλά δε γαμιέται, ποιος θα μας δει στο μισοσκόταδο.

Και πάμε. Και είναι μισοσκόταδο. Και καπνός παντού. Ποτά παντού. Η μουσική δυνατά.
Τόσο δυνατά που μου αρέσει, γιατί δε χρειάζεται να σκέφτομαι.

Στο πρώτο ποτό λύνεται η γλώσσα, περνάω την τάξη. Μετά από δύο ακόμα νιώθω γαμάτη και βλαμμένη μαζί, σαν βικτωριανός ποιητής, το οποίο δε μου αρέσει σαν ιδέα, αλλά το αντισταθμίζω γιατί καπνίζω σαν μπλούζμαν. Και χορεύουμε σαν τρελές, αν λέει κανείς χορό το χοροπηδητό.

Σκάνε μύτη φάτσες, γνωστές φάτσες. Όλοι δικοί μου. Ο dj, γνωστός από παλιά, ξέρει ακριβώς πώς να μας κάνει να φρενιάσουμε.

“Άκου κι αυτό!” και φυσικά σφηνάκι.

Σκάει και ένα παιδί συγκεκριμένο, αγκαλιά από παλιά, φίλημα στο μέτωπο. Άσε ρε, κωλόγερε λέω εγώ, σκάσε, ακόμα δεκαοχτάχρονο μοιάζεις εσύ, λέει αυτός.

“Άκου κι αυτό!” και σφηνάκι.
Χοροπηδητό και πείραγμα.

Όλοι δικοί μου. Νιώθω ασφαλής.

Δε θα φύγω παρά μόνο όταν θα βλέπω δύο κολλητές, δύο ντιτζέι και δύο κωλόγερους (και καλά).

“Εεεεε... Αύριο.”
“Εδώ θα 'μαστε.”

Και θα είναι.

Η κολλητή ήδη έχει φύγει ή θα κάτσει κι άλλο, πάω σπίτι συνοδευόμενη από τον “κωλόγερο”.
Μου δίνει το εθιμικό, αλκοολούχο φιλί και φεύγει.

“Αύριο πάλι.”

Πέφτω για ύπνο χαρούμενη, κι όταν ξυπνάω καταλαβαίνω ότι δεν ήμουν εκεί, ούτε τα σφηνάκια, η μουσική, η κολλητή, το φιλί και το χοροπηδητό, είμαι εδώ, ακόμα, μέσα στις στάχτες μου, ακόμα στην ανησυχία.

Δεν πειράζει.
Γιατί κάποια στιγμή θα έρθει ένα αύριο που θα πω κι εγώ “αύριο πάλι”.

Δευτέρα 24 Μαΐου 2010

Nocturne



Καπνίζεις και κοιτάς το ταβάνι, τα μάτια σου γεμάτα από κάτι που δεν μπορείς να περιγράψεις, δεν ξέρεις καν αν υπάρχει τελικά ή όχι, τόση κενότητα και τόση πληρότητα μαζί, ένα συν ένα ίσον δύο ίσον τίποτα ίσον τα πάντα και χάνεσαι, μικρή μου, θες πάντα να ξέρεις τι σου γίνεται και να που τώρα χάνεσαι σ' ένα ξέφρενο χορό από σκιές, αυτές που ήρθαν κι αυτές που θα 'ρθουν, θολές, να σ' αγγίζουν σ' όλο σου το κορμί, να τσιτώνεσαι και να τρέμεις, φοβάσαι, φταίει αυτό το κωλοτράγουδο, αργό και μεθυστικό σαν τη στιγμή που ακολουθεί έναν οργασμό, δε σου αρέσει να φοβάσαι, φοβάσαι ακόμη και να φοβηθείς, κλείνεις τα μάτια μα οι σκιές δε φεύγουν, εκεί είναι ακόμα και σε πειράζουν.

Προδοτικές στάλες ιδρώτα μαζεύονται στ' ακρόχειλο, τα μάτια σου αρνούνται ν' ανοίξουν πια, οι βλεφαρίδες μπλέχτηκαν μεταξύ τους απ' τη λαχτάρα, το χέρι σου κατεβαίνει χαμηλά και βρίσκει το γνώριμο εκείνο μέρος που έχει πάει τόσες φορές, εκείνη τη ζεστή, νοτισμένη, φουσκωμένη ρώγα σταφυλιού, μια στροφή με τ' ακροδάχτυλα, δυο, κι έπειτα κατεβαίνεις μια ανάσα πιο κάτω, μπαίνεις μέσα, όμορφα, ζεστά, υγρά, σαν να 'χεις πυρετό, καμπυλώνει το κορμί σου κι εκρήγνυσαι σαν αστέρι με μια κραυγή ηδονής – ή μήπως απώλειας;

Φέρνεις το χέρι σου στο στόμα, η γλώσσα ίσα που αγγίζει τ' ακροδάχτυλα, προσπαθείς να θυμηθείς πώς ήσουν κάποτε, πριν σε ραφινάρουν με ντροπές κι αξιοπρέπειες, ναι, αυτός είναι ο πραγματικός σου εαυτός, ατόφιος και πρωτόγονος σαν αυτό που γεύεσαι τώρα, με κάτι από μέλι και λεμόνι, κι εκείνη την περίεργη αψάδα στο τέλος, εκείνη που μένει να δροσίσει το στόμα με φωτιά, μήπως τελικά όλα τα άναρχα πράγματα αυτή τη γεύση έχουν;

Σηκώνεσαι κι ανοίγεις την κουρτίνα, το φεγγάρι χτυπά αναιδώς το παράθυρό σου, η γυμνή σου μορφή διαγράφεται θολή στο τζάμι, έχεις γίνει μια σκιά κι εσύ, θα ήθελες ν' αρπάξεις μια από αυτές που σε τυραννούσαν πριν λίγο και να ανταποδώσεις, να δαγκώσεις και να γδάρεις και να σφίξεις, να ουρλιάξεις και ν' ανακατευτείς, να χωθείς κάτω από το δέρμα της, τα φαντάσματα όμως δεν είναι από ύλη και το μόνο υλικό σώμα τώρα είναι το φεγγάρι, ξεδιάντροπα στρογγυλό και ασημένιο, σου φέρνει στο νου εκείνο το ποίημα του Ρίτσου που κάνατε στο σχολείο και καταριέσαι, δε θες να γίνεις σαν εκείνη, όχι, καλύτερα άσχημος άνθρωπος παρά όμορφο ποίημα.

Το φεγγάρι μάλλον άκουσε τις σκέψεις σου γιατί σε εκδικείται, αντιφεγγίζει στο τζάμι το κλειδί, το Κλειδί, εκείνο που κρέμεται απ' τ' αυτί σου, το φόρεσες όταν ράγισε η καρδιά σου για να μην ξεχάσεις, να μάθεις, να κλειδωθείς, να μην το βγάλεις μέχρι να έρθει εκείνος που δε θα σε ρωτήσει γιατί το φοράς, αλλά θα απαιτήσει απλώς να του το δώσεις, όμως αυτό είναι ακόμη εκεί, πάνω στ' αυτί σου ζει και βασιλεύει, γιατί Εκείνος δεν ήρθε κι ούτε θα 'ρθει, δεν υπάρχει ή εσύ δε θέλεις να υπάρχει.

Σεληνιάζεσαι, δαιμονίζεσαι, σκιάζεσαι, σπας το παράθυρο και πετάς με όση δύναμη έχεις τα γυαλιά στο φεγγάρι, να ματώσει, δε θα φτάσουν ποτέ ως εκεί - ποια είσαι μικρή μου που θα τα βάλεις με το φεγγάρι – ουρλιάζεις, κλαις, τραβάς το κλειδί δυνατά, βαρέθηκες κλειδιά και κλειδοκράτορες, Πανδώρες και χαοτικές σφραγίδες, τα δάκρυα λιώνουν το πρόσωπό σου σαν οξύ, τραβάς μια τελευταία φορά με λύσσα, το κλειδί εκτοξεύεται στο Άπειρο παίρνοντας μαζί του και το αυτί σου, πετάνε να βρούνε το φεγγάρι κι εσύ μένεις να τα κοιτάς ζαλισμένη, μια μάζα από αίμα, δάκρυα και κολπικά υγρά, ο πόνος σε σκίζει στα δύο, ουρλιάζεις ξανά και -

τότε ξυπνάς πάνω απ' το τετράδιο , το κλειδί είχε πατήσει στο λαιμό σου κι έχει κάνει μια λακκουβίτσα κόκκινη που τσούζει μα δε σε νοιάζει γιατί έχει ξημερώσει πια, ήταν μόνο ένα όνειρο, το τζάμι είναι στη θέση του και μπορεί να σε δείχνει ακόμα θολή, αλλά τουλάχιστον έχεις πρόσωπο κι αυτί, γελάς και βήχεις, πολλά τσιγάρα χτες, το χέρι σου μυρίζει ακόμα σαν εσένα και το τραγούδι συνεχίζει να παίζει στο repeat, αλλάζεις λίστα και παίρνεις το τετράδιο, αναρωτιέσαι τι μαλακίες έγραφες χτες και τι σκεφτόσουν πάλι, ναι, εκείνη τη σκιά, δε βαριέσαι, τη μέρα οι σκιές είναι Κάτω, δεν τις φοβάσαι και δεν τις ποθείς.

Ντύνεσαι... Πριν φύγεις, τραβάς τις κουρτίνες.
Για καλό και για κακό.


6/2/2008

Παρασκευή 21 Μαΐου 2010

A fairytale about slavery




Κοριτσάκι, κοριτσάκι ίσαμε χρονών τεσσάρων, το δέρμα κάνει δίπλες σε γόνατα κι αγκώνες, ζάχαρη κοκκινομάγουλη, περπατάς και στα μάτια σου πετάνε πεταλούδες.

Πού πας εκεί, μην πας από 'κει, κοίτα φεύγουν όλα τα χρώματα, όχι όχι, τι είναι αυτή η αλυσίδα στο ποδαράκι σου και ποιος είναι αυτός που την κρατάει;

Γιατί είναι γκρίζος;
Γιατί δεν έχει πρόσωπο;


Θα σε σκοτώσει.


Θα σου ρουφήξει το μαύρο απ' τις μπουκλίτσες σου και το μέλι απ' τα μάτια και το ροδί απ' τα μάγουλα και το πράσινο από το ωραίο σου το φορεματάκι και το βιολετί από τη λάμψη σου.


Μην πας μην πας μην πας


Ποια είναι αυτή που έρχεται κρυμμένη, εγώ την βλέπω, να εκεί είναι, πίσω από το μεγάλο δέντρο, εκείνο το γυμνό το γέρικο που τα κλαδιά του κρέμονται σαν τα χέρια της πανούκλας, και τι θέλει εδώ αυτή μήπως για σένα ήρθε;

Παραμονεύει, κι ο Γκριζο-Απρόσωπος αποκοιμιέται και τότε σε πλησιάζει στο βραχάκι που κάθεσαι, ασπρόμαυρο είναι κι αυτό κι έχεις ήδη αρχίσει να ξεθωριάζεις, πονάς, αγάπη μου;


Δροσοσταλίδες στα μάγουλα τα δάκρυα.


Πόσο καιρό είσαι χαμένη εδώ κάτω;
Πώς έγινε κι έχασες το δρόμο σου;
Πότε κατάλαβες ότι δε θα είσαι ποτέ ξανά ελεύθερη;


Να 'τη μπροστά σου στέκεται και βγάζει τη μαύρη κουκούλα, θύσανοι ξανθά μαλλιά χτυπάνε τον αέρα, μάτια λάμπουν με κάτι από ήλιο μέσα κι εσύ τυφλώνεσαι για λίγο και φοβάσαι-

-η παλάμη της στο πρόσωπό σου, Μόρα τη λένε κι ήρθε να σε γλιτώσει απ' τον Νεραϊδοφάγο, να σε πάρει μακριά και να σε λούσει κάτω απ' το τόξο το ουράνιο κι εκεί που θα πάτε θα κοιμάσαι σε κρεβάτι από σύννεφο και θα χορεύεις με πυγολαμπίδες, θες;


Θες και οι δροσοσταλίδες είναι χαρούμενες τώρα, κι αυτή βγάζει το δρεπάνι το ασημένιο – ΚΛΑΝΓΚ! - κεραυνός στη μέση της νύχτας κι αρχίζει να βρέχει, η αλυσίδα έχει σπάσει πια, το χέρι σου στο χέρι της, σφιχτά κι ιδρωμένα, μη φοβάσαι, σου λέει, πάμε.


ΠΑΜΕ.


Περπατάτε και γελάτε και κοιτιέστε στα μάτια, ήλιος κι άστρα, φωτιά κι αγάπη κι η βροχή σταμάτησε και βγήκε το ουράνιο τόξο, γέλα, μωρό μου, γέλα και παίξε με τα χρώματα, όλα δικά σου είναι – πάντα δικά σου ήταν – κοίτα, πάλι σε σένα ήρθαν.

Ανεβαίνεις στο συννεφάκι σου το παχύ σαν πρόβατο, γυρνάς και

με κοιτάς - για μια στιγμή μόνο-

Και φεύγεις.






(Ξυπνά ζαλισμένη κι αποχαυνωμένη και το μόνο που θυμάται είναι εκείνη η σουβλιά χαμηλά στην κοιλιά, οδυνηρή σαν κεραυνός και να βλέπει αστέρια από τον πόνο και αίμα, πολύ αίμα.
Τώρα δεν υπάρχει τίποτα απ' αυτά. Μόνο αυτό το γαμημένο το φως που την τυφλώνει.
Πού στο διάολο είναι;
Μια μορφή στα λευκά από πάνω της, θολή.
Η εικόνα ξεκαθαρίζει σιγά-σιγά. Άσπρη ρόμπα, φαλάκρα και γυαλιά.
Γιατρός.
“Λυπάμαι πολύ...” της λέει όσο πιο θλιμμένα μπορεί να του επιτρέψει η βάναυση ρουτίνα του. “Δεν μπορέσαμε να σώσουμε το παιδί.”
“Α.”
Αυτό σημαίνει ότι γλίτωσε την άμβλωση, που είχε κανονιστεί για το επόμενο πρωινό.

Κλείνει τα μάτια - χίλιες σκέψεις περνούν μπροστά της σαν ταινία.
Τα ξανανοίγει. Πανικός.



“Γιατρέ, τα βλέπω όλα ασπρόμαυρα.”)

Πέμπτη 20 Μαΐου 2010

Blues Rain






Τόπος: Κομοτηνή, το μαγαζάκι το κλασικό, εκεί που πάνε όλοι οι indie
Soundtrack: Memphis Ma Rainy - Baby No. 10


Βρισκόμαστε για άλλη μια φορά στο μαγαζάκι το κλασικό, εκεί που συχνάζουν όλοι οι indie. Ο πρόλογος θα μπορούσε να θυμίζει κάποια ιστορία που έχει γραφτεί ή νομίζουμε πως έχει γραφτεί, ωστόσο εδώ δε μας απασχολούν τόσο τα indie ρομάντζα, οπότε η συνέχεια εξελίσσεται λίγο διαφορετικά.

Όχι. Το ενδιαφέρον μας σήμερα μονοπωλούν τα σύννεφα κι ο αέρας και η μουσική, μαύρα, άραχλα και δυνατά, που κατέβηκαν σαν σκοτεινή Αγία Τριάδα και μπλάβιασαν τη μικρή μας πόλη.

Ο ουρανός έχει μπουκώσει και ετοιμάζεται να ξεράσει το μελάνι που μάζεψε, θα βρέξει πολύ, θα βρέξει δυνατά, τρέχω, τρέχεις, τρέχουμε να βρούμε καταφύγιο, ευτυχώς έχουν μείνει τραπέζια άδεια, κάθομαι, λαχανιάζεις, μια κοπέλα παραδίπλα αναστενάζει με ανακούφιση, χαλαρώνουμε.

Στο μαγαζάκι ακούγονται μπλουζ, που βγαίνουν αργά και μπουκωμένα, σχεδόν σαν να γεννιούνται αυτή τη στιγμή, τα πρώτα μπλουζ του βουντού και του βαμβακιού, ατόφια, πριν τα περιλάβουν οι λευκοί και τα ηλεκτρίσουν, πριν γίνουν μόδα, μπλουζ που παραπέμπουν σε εποχές παλιές, τότε που τα τραγουδούσαν για να τα ακούσει κάποιος λόα και φέρει βροχή ή μια παλιά αγάπη.

Οι πρώτες στάλες πέφτουν και σύντομα η βροχή εξελίσσεται ανελέητα σε καταιγίδα. Οι παρέες που κάθονταν έξω χώνονται μέσα βιαστικά, και όλοι μαζί, σαν αποχαυνωμένοι, παρακολουθούμε τα τραπέζια να μαστιγώνονται ανελέητα από νερό και άνεμο, “κοίτα πώς πέφτουν οι σταγόνες στα ποτήρια!” αναφωνούμε κολλημένοι στο τζάμι, χωρίς να απευθυνόμαστε σε κανέναν συγκεκριμένα, αλλά όλο και κάποιο “ναι!” θα ακουστεί.

Οι μέχρι πρότινος ματιές αμηχανίας και τα ντροπαλά χαμόγελα, που ανταλλάσσονται συνήθως από γνωστούς – αγνώστους, εξαφανίζονται και δίνουν τη θέση τους σε χαρούμενα βλέμματα και γέλια, χωρίς ντροπή. Σαν να θυμόμαστε πως είμαστε όλοι άνθρωποι επειδή βρέχει, όπως τότε στο σχολείο που σύσσωμη η τάξη μαζευόταν στο παράθυρο επειδή άκουσε το θόρυβο ενός αεροπλάνου να πετάει και για λίγο ξεχνούσαν ποιος κορόιδευε ποιον, η βροχή μάς έχει βάλει όλους στην ίδια κατηγορία, δεν είμαστε πια -ίτες, -ικοί ή -άδες.
Η κοπέλα από δίπλα έχει σηκωθεί κι αυτή, αγγίζει το τζάμι και χαμογελάει αχνά.

Η βροχή συνεχίζει να πέφτει μανιασμένα, λυσσασμένα σχεδόν, έχει μετατρέψει τα φλιτζάνια σε μικρούς ωκεανούς και τα μπλουζ συνεχίζουν στη διαπασών, δεν είμαστε εδώ, στο indie μαγαζάκι, έχουμε μεταφερθεί σε μια άλλη Νέα Ορλεάνη, σε έναν άλλο κόσμο, και ο Μόμπου, ο λόα της καταιγίδας μάς στέλνει τα δώρα του, ένα ψηλό αγόρι αγκαλιάζει από πίσω την κοπέλα που αγγίζει το τζάμι, φιλιούνται, αργά, βαθιά, ζεστά, μάλλον η Ερζουλί άκουσε τις προσευχές της.

Κι όταν η βροχή σταματήσει, απότομα όπως άρχισε, κι ο ήλιος αρχίζει να παιχνιδίζει δειλά πίσω από τα σύννεφα, η ατμόσφαιρα φωτίζει αλλά τα χαμόγελα εξαφανίζονται και για λίγο το μόνο που ακούγεται είναι ξερόβηχας και “συγγνώμη, μπορώ να περάσω;” Οι παρέες επιστρέφουν στα τραπέζια τους και θυμούνται πάλι τα προβλήματα, τα κατορθώματα και τις ιδεολογίες τους, γινόμαστε πάλι άγνωστοι-γνωστοί και γνωστοί-άγνωστοι.

Το ζευγαράκι του τζαμιού χωρίζεται, αμήχανες ματιές υπόσχονται ότι θα τηλεφωνηθούν, κι η μουσική αλλάζει σε κάτι πιο indie, σημάδι πως ο Μόμπου και η Ερζουλί έφυγαν για άλλους κόσμους, όπου μάλλον οι άνθρωποι χαμογελούν λίγο περισσότερο.