Τρίτη 12 Οκτωβρίου 2010
Χειμερινό έτος της περσινής σοδειάς
για άλλη μια φορά
ένα μάτσο πλήκτρα
φαντάζουν
στην αφή
σαν
να χουφτώνεις έντομα
τριχωτά,
γεμάτα σάλια
κωλοέντομα.
κοπανάς
σκάνε σπυριά
με πύον και δηλητήριο
μες τη μούρη σου-
τα φλόκια
της προσπάθειας
για τόνωση του Εγώ.
όποιος έχει τη πετριά
να φτύσει
και να φωνάξει
για να φτιάξει το οτιδήποτε
θα παραμένει για πάντα
δέσμιος
της αδυναμίας του
να γνωρίσει τον εαυτό
του
αποτελεσματικότερα
Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010
Παρ'ολίγον πέτρες
Λίγο φως
μπρος στα μάτια
κάτι καλώδια
κάτι μπρίζες
ξεπετάγονται απ'
το πουθενά
του πουθενά
σκασμένοι ρόζοι στα χέρια
βρεμμένο και γεμάτο καπνό
ξύλινο γραφείο
ένα κουτάκι στα χέρια
η ολοκληρωμένη
βόλτα στο
γαμημένο το
ποτάμι
μεταξύ
λάσπης
και σκατίλας σκυλιών
και
λαδίλας
απ' τις
παράγκες
δίπλα
αν σε αγγίζει,
είναι εδώ
και αξίζει
να είναι
όντως εδώ
Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010
Mια τέλεια μέρα
Το πιάνο ξεκινάει να παίζει ενώ επιθεωρώ το μπαλκόνι μου. Δένει υπέροχα με την απαλή βροχή και το γλυκό νοτιά, καιρός ήτανε, έκανε πολύ κρύο για μέσα φθινοπώρου. Σήμερα, όμως, ο άνεμος απαλύνει το κρύο, η βροχή λιώνει την ψύχρα. Ο μικρός χειμώνας φεύγει, για να ξαναγυρίσει όταν πρέπει.
Σήμερα ήταν μια τέλεια μέρα, έστω κι αν ήταν χωρίς εσένα. Είχε γέλια και λουλούδια και σουβλάκια κάτω από τη βροχή. Είχε μικρές συνομωσίες και γυναικεία αλληλεγγύη. Είχε βιβλία και ντοκιμαντέρ, κουβέρτες και ζεστά ροφήματα. Ήταν γεμάτη ζωή.
Το μπαλκόνι σχεδόν ευχαριστεί για τη βροχή, κι εγώ παραξενεύομαι, γιατί αυτή η εκδοχή του τραγουδιού είναι κάπως περίεργη. Πιο δυνατή, πιο ζωντανή, σαν να είναι όλοι οι τραγουδιστάδες εδώ και να τραγουδάνε μες στο σπίτι. Να αντηχούν οι τοίχοι και να τρίζουν τα πατώματα. Σχεδόν ακούω και τη φωνή σου μέσα, τσιτώνομαι κι αναπηδάω, τα πόδια μου τρέμουν.
Ξαναμπαίνω στο δωμάτιο και τυλίγομαι με την κουβέρτα. Το φιλοσοφώ.
Η ιδέα μου ήταν. Αλλά μπορεί και όχι, μπορεί να είδα κάτι τυχαία, με την άκρη του ματιού. Κάποιοι λένε πως, όταν βλέπεις κάτι με την άκρη του ματιού, είναι μια σκέψη που έχει πάρει μορφή. Κάποιοι ίσως λένε και μαλακίες. Κάποιοι, επίσης, ίσως να μπέρδεψαν και το φασκόμηλο που αγόρασα και ήπια με κάτι άλλο. Αλλά εγώ είδα κάτι, κι εφόσον έχω το δικαίωμα να κρίνω τι είναι μαλακία και τι όχι, αποφασίζω ότι αυτό που είδα ήταν η σκέψη σου και την καλωσόρισα, αφού έφαγα πρώτα μια τρομάρα.
Το τραγούδι συνεχίζει να παίζει. Πιάνα και φωνές, τέλειες μέρες, τσιμπήματα στα μπράτσα και στα μπούτια, και παντού μεσαέξω. Κάτι άυλο έχει χώσει το χέρι του στην κοιλιά μου και μου γυρνάει τα σπλάχνα, κι αυτό δεν είναι το φασκόμηλο. Ηρεμιστικό, σου λέω. Αναλγητικό. Παυσίλυπο.
Σκέφτομαι τις τέλειες μέρες που πέρασα τον τελευταίο καιρό, με ή χωρίς εσένα. Διάκριση δύσκολη, αλλά ανέφικτη, όχι. Σε αγαπούσα πια ανιδιοτελώς και αγνά σαν παιδί, δε με εξουσίαζαν τα θηρία, όπως όταν σε είχα πρωτοερωτευτεί. Είχα ελευθερωθεί, και γι' αυτό δεν πόνεσα όταν έφυγες. Η αγάπη δεν μπορεί να πονάει. Η αγάπη είναι απαλοσύνη και ζεστή σιγαλιά, ψιθυριστή συνομωσία, δίχως κάψιμο και πυροτεχνήματα που κρατάνε δυο στιγμές. Αλλά και πάλι, ίσως λέω μαλακίες, γιατί η αγάπη είναι απλά απερίγραπτη.
Οι τέλειες μέρες, με σένα ή χωρίς εσένα. Το ίδιο συναίσθημα, η ίδια ελευθερία, το ίδιο γέλιο που διαλύει σύμπαντα και τα ξαναφτιάχνει με μια αναπνοή.
Ίσως αυτό, τελικά, να είναι η αγάπη. Μια τέλεια μέρα.
Και δεν έχω τίποτα άλλο να πω εκτός από το ότι σ' ευχαριστώ.
Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2010
Ημέρες του Τίποτα
Είχε συννεφιά και ήταν όμορφα σήμερα,
μα θαρρώ πως κάθε μέρα είναι όμορφη
αν μπορείς να ελπίζεις για το αντίθετο απ' ό,τι έρθει εν τέλει,
ή καλύτερα,
να μην ελπίζεις για τίποτα απολύτως.
Οι άνθρωποι στη Πάτρα έμοιαζαν χάρτινοι,
επίπεδοι.
Τους τσαλάκωνε ο άερας
και μούλιαζαν με τη δροσιά.
Στη πλατεία είχαν διοργανώσει έκθεση
τρόφιμοι του ψυχιατρείου της πόλης.
Είχαν βάλει μεγάλες φωτογραφίες
δίπλα απ' το μεγάλο άγαλμα
ενός παππά
φωτογραφίες που έδειχναν
γριές και γέρους
με στραβωμένα πρόσωπα.
Περπατήσαμε, με την Αγγελική,
μακριά, προς τα κατώτερα επίπεδα της περιοχής.
το βράδυ γυρίσαμε στο σπίτι
και όλα ένιωθαν ζεστά
ακόμα και οι πιο υγρές περιοχές του μπάνιου
με χυμμένα νερά
από σπασμένους σωλήνες.
κατέβηκα για να πάρω μια μπύρα
και τσιγάρα, με όσα κέρματα μου βρίσκονταν.
Στο ισόγειο οι πρέζοι
χάλαγαν το κόσμο,
τσακώνονταν βάναυσα,
φώναζαν ο ένας στον άλλο
για ψέμματα και χαμένα λεφτά από νταλαβέρια.
Περπάτησα έξω απ' τη πολυκατοικία
και χάθηκα στα λιγοστά φωτάκια
του δρόμου.
Οι άνθρωποι είχαν φορέσει κοστούμια
μωβ και κόκκινα φουλάρια
μεγάλα τακούνια ή πεντακάθαρα σκαρπίνια,
ίππευαν άλογα από χρώμιο
και λαμαρίνες
που έκλαναν κατάμαυρα αέρια
και σου έξυναν το κεφάλι
με τον ήχο από
σκουριασμένους υαλοκαθαριστήρες.
Οι άνθρωποι ήταν βαμμένοι
σκουπισμένοι απ' όποιον ιδρώτα,
διεκδικούσαν την επιλογή στην ευχαρίστηση
και αυτό είναι το μόνο στο οποίο ταυτιζόμουν με αυτούς
αν και 180 μοίρες πιο ανατολικά.
Πλήρωσα τον περιπτερά
πήρα τη σακούλα στα χέρια μου
και κατευθύνθηκα πίσω, στο διαμέρισμα
ξέροντας πως τα πρεζόνια
ακόμα θα χτυπιούνται και θα φωνάζουν,
τα νερά στο μπάνιο
θα παραμένουν ζεστά,
δυο πράσινα μάτια
θα μου κάνουν τη χάρη να με κοιτάξουν έντονα
ερωτικά
και αυτό ακριβώς χρειάζομαι
τις μέρες αυτές της Ηρεμίας,
του Τίποτα.
Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2010
Κάτι ενδιαφέρον
Όλη η μέρα ήταν κενή ακριβώς επειδή δεν είχε να μοιραστεί τίποτα με τον οποιονδήποτε δε τολμούσε να της ρουφήξει τα στήθια θρασύτατα μέχρι αυτά να στερέψουν.
Πίναμε, αφεθήκαμε να πίνουμε περιμένοντας κάτι ενδιαφέρον να γίνει.
Είδαμε μια νυφίτσα να τριγυρνάει απέναντι, στο σπίτι των παπιών στο ποτάμι.
Ο Γιώργης τη πλησίασε παρατηρώντας την από κοντά και αυτή του έδειχνε τα δόντια της.
Η νυφίτσα έφυγε, αφού έφερε πρώτα τρεις βόλτες ακόμα.
Σύνεχίσαμε να πίνουμε, αφεθήκαμε να πίνουμε περιμένοντας κάτι ενδιαφέρον να γίνει.
Κόσμος περνούσε και έμοιαζε να ακροβατεί σε καραβόσκοινα.
Περπατούσαν όλοι σα να ήταν σίγουροι ότι θα ψόφαγαν αύριο μαζικά
μα κανείς δε πήρε τη πρωτοβουλία να γιορτάσει ένα επικείμενο τέλος
παρά να κλαψουρίσει για το την εκμηδένιση μιας νέας αρχής.
Συνεχίσαμε να πίνουμε, αφεθήκαμε να πίνουμε περιμένοντας κάτι ενδιαφέρον να γίνει.
Σουρούπωνε και τίποτα δε μας έδινε κάποια υπόσχεση για ζωή.
Ξεφύλλισα κάτι λόγια του Βανεγκεμ,
έστριψα ένα τσιγάρο παραπάνω,
κατευθηνθήκαμε προς το πλησιέστερο μπαράκι.
Ο Γιώργης έστριψε και χάθηκε στο δρόμο, κουρασμένος.
Μπήκα μέσα και κάθισα σιωπηλά σε ένα τραπέζι,
παραγγέλνοντας μια βότκα σκέτη και ένα ποτήρι νερό.
Συνέχισα να πίνω, αφέθηκα στη βότκα περιμένοντας κάτι ενδιαφέρον να συμβεί.
Μια φωνή να ακουστεί στην άκρη του αυτιού,
"Ε, θέλεις να μπλέξεις μαζί μου; Ε; Ε;"
και μπουκάλια να σπάσουν σε κεφάλια,
μια γλυκιά ματιά από μια γλυκιά ξεμέθυστη γυναίκα,
ένας πόνος στο σώμα για να σου θυμίζει ο οργανισμός ότι είναι παρών σε όλα.
Αφέθηκα στη βότκα περιμένοντας κάτι ενδιαφέρον να ξετυλιχτεί μπρος μου.
Τίποτα δεν έγινε,
παρήγγειλα άλλη μία και παρατήρησα
τους μουσαμάδες, τους καθρέφτες, τα άδεια μπουκάλια στα ράφια,
το απαρχαιωμένο μηχάνημα του DJ,
τα αξύριστα μούτρα των τελευταίων καλοπερασάκηδων της νυχτιάς.
Ήπια άλλο ένα ποτήρι
και θαρρώ πως τότε κάτι ενδιαφέρον έγινε
αλλά δε πρόλαβα
να το παρατηρήσω.
Τετάρτη 25 Αυγούστου 2010
Μήτρα
Όποιος δε σκέφτηκε το ότι
το να γλύφεις καυλωμένες
υγιείς ρόγες
μεθυσμένος,
τιποτένιος,
ρώγες που σε δέχονται
ενώ κάλλιστα θα μπορούσαν να σε
είχαν πατήσει,
πετάξει στα σκουπίδια,
ενώ είσαι ένα μεθυσμένο σκατό,
ένα τίποτα,
όποιος δε σκέφτηκε ότι αυτό
είναι ευλογία
έστω στιγμιαία,
δε ζει
παρά μόνο
αναπνέει
μα θαρρώ
πως κανείς μας
κανείς από μας
δε γεννήθηκε
σε αυτή τη κωλοτρυπίδα
για να αναπνέει απλά
όσο δύσκολη
και να είναι
η διαδικασία
της αναπνοής
αν το καλοσκεφτείς
το σύμπαν
θέλει να μας εξολοθρεύσει
τα ίδια μας τα κατασκευάσματα
θέλουν να μας δουν να σερνόμαστε
οι γονείς,
τα παιδιά μας,
οι γνωστοί,
χαμογελάνε πολλές φορές
με το ότι κάναμε εμείς το λάθος
και όχι αυτοί
άρα βγήκαν σωστοί
δήθεν σωστοί
μια γεμάτη μπανιέρα
με ζεστό νερό
και αφρό
μια υπόσχεση για δύναμη
ισχύ απεριόριστη
προερχόμενη από εσένα και μόνο εσένα
μια εικόνα μελλοντική
του να πονάς και να πονάς και άλλους
και να είναι όλα όμορφα
ό,τι θες
μπορείς να το χεις
αν αφεθείς για λίγο
στην Άβυσσο
που ο ίδιος
δε ξέρεις ότι έχεις
μέσα σου
μα το ήξερες ταυτόχρονα
πριν καν
πεταχτείς όξω
από μια
αφιλόξενη μήτρα
Σάββατο 17 Ιουλίου 2010
Πολύ φιλοσοφία
γύρω απ το τίτλο
του "δημιουργού"
λες και
η δήθεν Τέχνη
δεν είναι απλά
ένα πρεζοπούτανο
που πρέπει να του
σκας τις μπάτσες του
όταν παρεκτρέπεται
μα
μια
θεότητα
Μ'αρέσει η ρομαντική
προσέγγιση
στο τίτλο του "δημιουργού"
"Ο Εραστής της Θεάς"
"Ο Ποιημένας"
με κάνει
να χαμογελάω
το θέμα βέβαια
συζητιέται
από τότε που ο Φλωμπέρ
είπε ότι
ακόμα και το σκατό
της καθημερινότητας
έχει
τη ποίησή του
Τι σε κάνει
να πιστεύεις
ότι αυτό που έφτιασες
σε χαρτί
καμβά
μάρμαρο
ξύλο
στο περφόρμανς σου
είναι
κάτι ανώτερο
απ' τη φωτιά
που σε καίει
να φτιάξεις
το τελευταίο
σκατό
του κόσμου;
Είναι πούστικια
η δημιουργία
και αν αφήσεις
τρίτους
να σου φουσκώσουν
τα μυαλά
έχασες ήδη
το παιχνίδι
να χαίρεσαι
όταν ακούς
ότι ζωγραφίζεις
μουτζούρες
ενώ ζωγραφίζεις
κόκαλα και άμμο
να χαίρεσαι
όταν ακούς
ότι γράφεις κούφια λόγια
ενώ γράφεις
για τη ζωή σου γενικώς
να χαίρεσαι
όταν ακούς
ότι σκαλίζεις εκτρώματα
ενώ σκαλίζεις
το παρελθόν σου
Να χαίρεσαι
όταν έστω
και μια ψυχή
ειλικρινά
θα υποκλιθεί
στο τίποτα
που παράγεις
και μετά
θα'ναι η σειρά σου
να
υποκλιθείς
και αυτό
θα σε κάνει
πιο αγνό
και απ' τη λάβα
που ξεχύνεται
απ' το κρατήρα
και καταναλώνει
πολιτισμούς
ακόμα και αν
αντί για φλόγα
μέσα σου καίει
η
Βροχή
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)