"If a picture is worth a thousand words, a song is worth a million."

(Anon.)

Σάββατο 17 Ιουλίου 2010



Πολύ φιλοσοφία
γύρω απ το τίτλο
του "δημιουργού"
λες και
η δήθεν Τέχνη
δεν είναι απλά
ένα πρεζοπούτανο
που πρέπει να του
σκας τις μπάτσες του
όταν παρεκτρέπεται
μα
μια
θεότητα

Μ'αρέσει η ρομαντική
προσέγγιση
στο τίτλο του "δημιουργού"
"Ο Εραστής της Θεάς"
"Ο Ποιημένας"
με κάνει
να χαμογελάω

το θέμα βέβαια
συζητιέται
από τότε που ο Φλωμπέρ
είπε ότι
ακόμα και το σκατό
της καθημερινότητας
έχει
τη ποίησή του

Τι σε κάνει
να πιστεύεις
ότι αυτό που έφτιασες
σε χαρτί
καμβά
μάρμαρο
ξύλο
στο περφόρμανς σου
είναι
κάτι ανώτερο
απ' τη φωτιά
που σε καίει
να φτιάξεις
το τελευταίο
σκατό
του κόσμου;

Είναι πούστικια
η δημιουργία
και αν αφήσεις
τρίτους
να σου φουσκώσουν
τα μυαλά
έχασες ήδη
το παιχνίδι

να χαίρεσαι
όταν ακούς
ότι ζωγραφίζεις
μουτζούρες
ενώ ζωγραφίζεις
κόκαλα και άμμο
να χαίρεσαι
όταν ακούς
ότι γράφεις κούφια λόγια
ενώ γράφεις
για τη ζωή σου γενικώς
να χαίρεσαι
όταν ακούς
ότι σκαλίζεις εκτρώματα
ενώ σκαλίζεις
το παρελθόν σου

Να χαίρεσαι
όταν έστω
και μια ψυχή
ειλικρινά
θα υποκλιθεί
στο τίποτα
που παράγεις

και μετά
θα'ναι η σειρά σου
να
υποκλιθείς
και αυτό
θα σε κάνει
πιο αγνό
και απ' τη λάβα
που ξεχύνεται
απ' το κρατήρα
και καταναλώνει
πολιτισμούς
ακόμα και αν

αντί για φλόγα
μέσα σου καίει
η
Βροχή

Παρασκευή 16 Ιουλίου 2010



Η λαομάνα θάλασσα φυσομανούσε και οι ομπρέλες έτριζαν και περίμεναν το κάτι να φανεί μέσα από μια ομίχλη ακαλαίσθητης ηλιοκαψούρας, μια θερμοκρασία που έλιωνε το αμόνι και σμίλευε το ατσάλι κατά βούληση, φτιάνοντας γλυπτά προς τιμήν του Ατρόμητου Άγνωστου Παραθεριστή.

Ο Λεγεών έφτασε στο μικροσκοπικό αναψυκτήριο και έσουρε μια καρέκλα προς το μέρος του. Ακούμπησε τη σακούλα στο μπλε ξεβαμμένο τραπεζάκι και έβγαλε από μέσα της ένα πακέτο καπνό και στα συνοδευτικά της χειροτεχνίας του, κλειδιά για το σπίτι, ένα βιβλίο του Μπουκόφσκι και λίγα κέρματα. Έγνεψε στο σερβιτόρο για να του φέρει τον γνωστό πλέον, γλυκό καφέ, τον πρώτο της ημέρας. Άρχισε να ξεφυλλίζει τον Μπουκόφσκι και έστριψε ένα τσιγάρο.

Οι γυναίκες άραζαν στις ξαπλώστρες σε σειρές, άφηναν τον ήλιο να τις χουφτώνει και ο Λεγεών αναρωτήθηκε αν θα μπορούσε να φορέσει μια προβιά από ακτίνες, που να λάμπει με χίλια χρώματα, και να τολμήσει το ίδιο. Ακύρωσε τον καφέ και παρήγγειλε μια μπύρα. Η σκέψη του καφέ του έφερε αναγούλα, μόλις συνειδητοποίησε το ότι οι γυναίκες απέναντί του σήκωναν τα πόδια στον αέρα, απαλά και βελούδινα, ξαπλώνοντας μπρούμυτα μπρος απ' την υγρή αντάρα δίπλα τους, ο αφρός τις τσίμπαγε γλυκά στη πλάτη και αυτές του το ανταπέδιδαν απλώνοντας την αλμύρα σε όλο το κορμί τους.

Διάβασε ένα ποίημα που είχε τίτλο "Ο θάνατος και η λευκή κόλλα", στη συνέχεια έκανε ένα διάλειμμα και προσποιήθηκε πως διάβαζε, κοιτώντας ανάμεσα απ' τις ξαπλώστρες, για κάποια άλλη κίνηση απ' τις γυναίκες. Η μία είχε πορτοκαλί μαλλιά και είχε σηκωθεί όρθια, κοιτώντας με γυρισμένη τη πλάτη προς το μέρος του την επιφάνεια των κοκκινομπλε χαλικιών που την περικύκλωνε. Αν αυτά τα κοκκινομπλέ χαλίκια μπορούσαν να έχουν μυαλό και γεννετηικά όργανα, θα υπήρχε απερίγραπτα πολύ υλικό για καταγραφή, σκέφτηκε ο Λεγεών. Ρούφηξε τη μπύρα του, διάβασε ακόμα ένα ποίημα με τίτλο "Φίλος-Μοντέλο" και στοίβαξε τα κέρματα στο τραπεζάκι. Ύστερα έβαλε τον καπνό και τα υπόλοιπα σύνεργα στη σακούλα, μετά το Μπουκόφσκι και μετά τα κλειδιά, και ακολούθησε τη φρέσκια καυτή πίσσα του δρόμου προς το σπίτι.

Μπήκε στο μπάνιο, έχεσε, ιδρώνοντας απελπιστικά. Σκέφτηκε να κάνει ένα ντους μα το απέφυγε, βαριεστημένα. Πήρε δύο μπύρες απ' το ψυγείο, μπήκε στο δωμάτιο του παιδικού του τίποτα, μισόκλεισε τη πόρτα, έστριψε άλλο ένα τσιγάρο, τράβηξε τη κουρτίνα, άνοιξε τη μία μπύρα και ρούφηξε μια καλή, και στο τέλος βάλθηκε να προσπαθεί να βρει κάτι για να γράψει.

Και αυτό είναι ό,τι κατάφερε προς το παρόν.

Δευτέρα 12 Ιουλίου 2010

Ζογκλέρ



Το δάχτυλο πονάει
επειδή ο αναπτήρας
αρνείται να φωτίσει
το καπνό στην άκρη του χαρτιού
όπως οφείλει να κάνει.

Το κεφάλι τσούζει
επειδή απ' το μεσημέρι
γεύομαι το νέκταρ απ' το ποτήρι
αφημένος μόνος μου
στην μέση του πουθενά της τσιμεντούπολης.

Η ψωλή ταρακουνιέται
επειδή πάντα ακόμα και ο άσχημος ανήρ
θα έλκεται απ' την απλή αρχή
της σαρκός, προφανώς,
με πανέμορφες γυναίκες.

Η ψυχή γελάει υστερικά
επειδή σήμερα διαβάζω πάλι Μπουκόφσκι
και ασχέτως του τι παράγει ο καθείς
ακόμα μένω στην αρχή. στην εκίνηση
χελώνα τριχωτή
ας τρέξουν
οι κούνελοι
να κερδίσουν
το χρυσαφένιο
κουράδι
του
πάντα
μεις απλά
θα αράζουμε
και θα γελάμε
στην εκίνηση
μιας και κανείς
δε μας χάρισε ποτέ
τίποτα.

Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010

Ωραία ζωή


Γυμνά κορμιά
και η Αγγελική αισθάνεται ενόχληση
ξεραμένη περίοδος
βλέπεις.

"Μη, σταμάτα"

Το στομάχι κατρακυλάει
ο πούτσος παρακαλάει
τετραγωνάκια αίματος
σαν tetris
στη ψωλή
Μα είναι όλα
όμορφα
ωραία
γαλήνια.

Άλλες δύο μπύρες
στο ψυγείο
διπλές
και τα πρεζάκια
στο κάτω όροφο
έσκουζαν μέχρι πριν λίγο,
μάλλον ο τύπος
βάραγε τη σιχαμένη γκόμενά του
με το κεφάλι
σε κάποιο έπιπλο

ΜΠΑΠ
και
ΜΠΑΜ
και
ΜΠΑΠ
και
ΜΠΑΜ

και
Α ΣΤΟ ΔΙΑΛΟ ΜΑΛΑΚΑΑΑΑ
και
ΜΠΑΜ
και
ΑΑΑΑΑΑΑΑΡΡΡΡΡ ΜΑΛΑΚΑ
και
ΜΠΑΜ
και
ΤΑΚΗΗΗΗΗΗΗΓΓΚΧΧΧ
και
ΜΠΑΜ
και
ΜΠΑΜ
και
ΜΠΑΜ

και ησυχία
και οι
μπύρες
ακόμα στο ψυγείο
έτοιμες
να τις πιω.

Ωραία ζωή
έτοιμη
για
αναζητήσεις
και
θεωρίες
δίχως
νόημα.

Πέμπτη 17 Ιουνίου 2010

Τσιμέντο



Όλα όσα δε θα γραφούν ποτέ
μέσα στα ούλα και στην άκρη της γλώσσας
να περιμένουν να βρουν ζωή

και όλα όσα δε θα ακουστούν
όσοι αιώνες και να περάσουν,
να τσούζουν το κούτελο
και να γρατζουνάνε τα μάγουλα,

όλα όσα δε θα βρουν τρόπο
να περάσουν ποτέ
με οποιοδήποτε τρόπο
από μένα
σε σένα
και στους άλλους

γι'αυτά τραγουδάω
σιγομουρμουράω
γρυλίζω μεθυσμένος
σα ποταμόσκυλο αδέσποτο

και ξέρω ότι
με τις λίγες λέξεις
που θα διαβάσεις
θα ξύσεις το κεφάλι
και θα γιορτάσεις
το ότι
πέθανε η Πράξη
και έμεινε η Μορφή

όπως και να το κάνεις
δώσε δίκανο και στον πιο
ειρηνικό κάτοικο της Μέσης Πολιτείας
και θα σε πάρει
και μένα
και σένα
και όλους
μαζί
στη μαυρίλα
του τίποτα
κάτω απ' το τσιμέντο.

Τασάκι είσαι
και το ξέρεις.
Αδειάζω πάνω σου
τινάζεις στάχτες πάνω μου
κλάσε μου
τ'αρχίδια
και ίσως
ίσως
στα κλάσω
κι εγώ.

Τετάρτη 16 Ιουνίου 2010

Μεσάνυχτα, ωραία.



Πλακάκια είναι γκρι
και το ποτάμι κυλάει
και κυλάει και κυλάει
ουροβόριος κύκλος.
Ωραίος.

Στα ενδιάμεσα πολιτισμού
μεταξύ σκότους και κάτι παραπάνω από
ψευδοφωτός παραγόμενου
από τους άλλους
((που λεν, "άλλους"
μεις είμεθα δαύτοι))

έμπαινες στη πόρτα
του μπαρ
και λόγω πολυκοσμίας
ήσουν λες και
έμπαινες
σε μια μήτρα σιχαμένη
η εναλλαγή
απ' τη γέννηση
στο επίσης μηδέν
έβλεπες
20,000,000 σπερματοζωάρια
να πα να γονιμοποιήσουν
ένα ή δύο
ωάρια
που χορεύανε πάνου
στη μπάρα τη ξύλινη
και σπρωχνόσουνα
για να μπεις
όλο και πιο μέσα
"δε με νοιάζει αυτό στο οποίο μπαίνω
αρκεί να βρω μια ήσυχη γωνία
και γονιμοποιήστε σεις το ωάριο
παρακαλώ,
μα, τι λέτε,
ευχαρίστησής μου!
Παρακαλώ"!

Βέβαια οι φιγούρες ήταν πιο
άγαρμπες στην αρχή
ντυμένες όλες, περίεργο πράμα
με μετενσαρκώσεις του άσπρου και πράσινου
μέσα στο σκοτάδι
και χορεύανε
όπως χορεύει μια ανάσα
μελλοθάνατου
πάνω στο τζάμι
με μηδέν βαθμούς κελσίου
απόξω
με τέτοιο πάθος δηλαδή
πάνω στο πάγκο
και τότε ένιωθες ολόκληρος,
άντρας,
μέσα στο μηδέν και στην απουσία ταυτότητος
είσαι σκεπασμένος
με τη γλίτσα
του "κάνω
μα όχι, όχι τώρα,
ποτέ"
μερικές γυναίκες
απλά θα χορεύουν μέσα στο σκοτάδι
για πάντα
και συ θα πίνεις
αγνοώντας τες
όχι λόγω ανωτερότητας
μα επειδή
σε νοιάζει το να
πιεις
και να πας σπίτι
να καπνίσεις
1 τσιγάρο
παραπάνω.

"Μου κάνει, λες και τους στοιβάζουμε όλους δω μέσα, στο σαρδελόκουτο, με τη βία, τους χτυπάμε και στα τύμπανα εξωφρενικά δυνατή σε ντεσιμπέλ μουσική, και κενή σε νόημα, και τους αναγκάζουμε με όπλα να μείνουν μέσα σε κάθε περίπτωση"
((ήχος από μπουκάλι να σπάει, κώλος που κουνιέται στο ενδιάμεσο, ζαρωμένος μα σίγουρος για τον εαυτό του, μα όπως και να'χει, αδιάφορος))
"Μένα μου κάνει σα τη μήτρα. Ή σα τη Κόλαση. Ή τα δύο μαζί".
"Άρα η μήτρα είναι η κόλαση;"
"Δε ξέρω".

Να πα να γαμηθεί ο Πλάτων και τα γιουσιούφια του.
Κανένας κόσμος ιδεών δε περιμένει πριν τη γέννηση
και καμία ανάμνηση δεν είναιθ βάλσαμο.
Ο μόνος κόσμος ιδεών που ξέρω
είναι ένα χωράφι τίγκα στις τσουκνίδες
και πριν τη γέννηση
είναι η αυτοανακύκλωση.

Σκουπίδια δεν είμεθα,
στη συμπαντική σκακίερα;

Ή μπας και φαντασιωθήκατε
ή φαντασιωθήκαμε
ότι είμεθα "ξεχωριστοί";

Τελευταία μπύρα του κόσμου
σε μένα
και δε σηκώνω κουβέντα
καν.

Δευτέρα 14 Ιουνίου 2010

Παπάρες



"Τρεις φορές έγραψα το ίδιο σημείο με διαφορετικό τρόπο και το έσβησα και τέταρτη. Δε θυμάμαι καν με τι είχε να κάνει, καθώς μου κατέβηκε στη γκλάβα μια υπερτεράστια ιδεάρα ενώ τα έβλεπα όλα τριπλά, να ανοίγουν μπροστά μου, μα άργησα να την βάλω μπρος γραπτά και την έχασα τελείως, έμεινα με τις λεπτομέρειες των λεπτομερειών και αυτές από μόνες τους δε μπορούσαν να σταθούν, παρά μόνο σε τραπεζοσυζητήσεις ταβέρνας, μα και πάλι, δίχως την αίγλη της ειλικρίνειας και το πάθος της κατανάλωσης. Έρευνα δεν είχα κάνει για τίποτα, διότι βαριέμαι να κάνω έρευνες για κάτι που θα γράψω. Παράτησα και τις επαφές για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, μέχρι νεοτέρας ειδοποίησης δηλαδή από την κούτρα μου την ίδια"

((ξύσιμο δαχτύλων εκτοξευόμενων από τρύπια κάλτσα, έντονος βήχας, κατακοκκινισμένο πρόσωπο να παρατηρεί τη μεριά του συνομιλητή συνομιλητή))

"Έχω και αυτή τη μαλακία εδώ μέσα" ((δείχνοντας το δόντι)), "που μου σάπισε τελείως. Ή έστω κάτι παρόμοιο, μιας και δε βλέπω να χει μαυρίσει. Βασικά, κουνιέται σα διάολος, και απορώ και ο ίδιος πώς και δε το βγαλα με τα χέρια μου μεθυσμένος κανέναν βράδυ. Είμαι περισσότερο χέστης απ' όσο πίστευα"

((γέμισμα ποτηριού, μουσκεμένο χαρτομαντηλο πίσω από την οθόνη του υπολογιστή, άδεια κουτάκια με φιλτράκια δίπλα απ' το πληκτρολόγιο και πεταμένα κλωνάρια και σπόρια κάτω απ' τον καναπέ))

"Βασικά, το μηδέν το απόλυτο. Αυτή η περίοδος είναι νεκρή. Πώς είναι ο κρεμασμένος που εκσπερματώνει ενώ κρέμεται, αφήνοντας τις τελευταίες πνοές; Τα τάλαρά της τα κάτασπρα τρώμε στο κούτελο. Τα καλοκαιρινά βράδια φέρανε μεγαλύτερη απόλαυση των αισθήσεων, μα με κάποιο παρόμοιο τρόπο, η ίδια καύλα αυτή η πρωταρχική για εποχιακά ρομάντζα, έβγαλε νοκ-αουτ την όρεξή μας για οτιδήποτε. Λες και περπατάμε υπνωτισμένοι από την φλογέρα του μυστήριου τύπου εκείνου. Ξέρεις. Με τα ποντίκια."

((αργές ανάσες, ξεραμένα πατατάκια, κατάμαυρα, στα πλακάκια, δίπλα από άδειες ζελατίνες και πλαστικά ποτήρια πλακουτσωμένα από σόλες φιλικές))

"Και κάθομαι σου λέει, και κάθομαι, και κάθομαι. Όποιος ζωγραφίζει, γράφει, πελεκάει πέτρες, χαράζει ξύλα, ό,τι και να κάνει εν πάσει περιπτώσει που μπορεί να το χαρακτηρίσει δημιουργική διαδικασία, είναι ένας παπάρας. Μα το Θεό, δε μπορώ να βρω σωστότερο χαρακτηρισμό. Όση εσωστρέφεια και να σπαταλήσει, παραμένει κουκούλι άδειο. Άρρωστος είναι, για την ακρίβεια. Ξέρεις. Δε μπορεί να έχει τα λούσα και το μπερντέ, οπότε κλείνεται στον εαυτό του και προσπαθεί να βγάλει τα ντέρτια του στο υλικό του. Άμα είναι κωλόφαρδος, και μπορέσει τα ντέρτια του να τα απεγκλωβίσει από τη κλαψομουνίαση τη ναρκισσιστική, ώστε να μπορέσουν να σταθούν σα σύμβολα οικουμενικά και να ταυτιστούν με συγκεκριμένες πτυχές του ασυνείδητου των θεατών-τουριστών του, τότε λαμβάνει και τα λούσα και το μπερντέ. Ειδάλλως απλά μουρλαίνεται και κοπανάει τοίχους από μαξιλάρια αντί για στόκο χτισμένους."

((ουρανίσκος ζεστός, χαραγμένα νούμερα πάνω στο πλαστικό του υπολογιστή που δε θυμάται κανείς τι είναι, χαρτούρα και βιβλία στοιβαγμένα μαζί με άπλυτα ρούχα παντού τριγύρω στο διαμέρισμα))

"Γι'αυτό είναι λένε θέμα για τύπους και τύπισσες με κλαπαναριά. Να έχουν την ανάγκη να κατακτήσουν τα πάντα, μα να μπορούν ταυτόχρονα μέσα από τον απόλυτο ρεαλισμό της βιοπάλης να βγάζουν το μηδέν, το πρωταρχικό της αφής και της υφής, της φόρμας και του νοήματος, όλα αυτά απογυμνωμένα από το τώρα και το εδώ, λουσμένα και φτυμμένα από προ-ανιμιστικές περιόδους. Ή μήπως το να θες να αγγίξεις τα Πάντα και τα Πάντα να είναι στην ουσία το Ένα Μεγάλο, δεν είναι το ίδιο με τις τότε ομάδες πιθηκοειδών-προγόνων μας που αντιλαμβάνονταν το χρόνο αφηρημένα, σα μια μεγάλη σπείρα, και ζούσαν τρόπω τινά μέσα σε μια τεχνητή αιωνιότητα; Πριν καν κλάσει ο πρώτος τρωγλοδύτης κάτω απ' το φεγγάρι και παρατηρήσει ότι η κλανιά του λούστηκε με μπλε φως, παραδεχόμενος τότε ότι το φεγγάρι είναι θεότητα, η φάση ήταν η ίδια. Φτιάχνανε τα μαγικά τους με τις σπηλαιογραφίες, να πούμε, και ταυτόχρονα φέρνανε και το φαγί στο σπίτι. Ωραίοι είμαστε. Πολύ ωραίοι, θαρρώ."

((πάτημα πλήκτρων, αργή μα σταθερή έλλειψη ενδιαφέροντος προς το συνομιλητή, μονόλογος))

"Αντε λοιπόν. Γράψτε να πούμε ακίνδυνα. Για φανταστικές ιστορίες μπουρδέλων στα οποία δε πήγατε ποτέ, και εμπόρων ναρκωτικών και μυστικών πρακτόρων που δε γνωρίσατε ποτέ. Ή σε μια ατελείωτη μεταφορά, αέναο συμβολισμό, με τη μια άναρχη λέξη μετά την άλλη δίχως μεγαλύτερο νόημα να στεγάζουν, απλά και μόνο επειδή έτσι φαντάζει το αποτέλεσμα περισσότερο κουλτουριάρικο. Ή ιστορίες αγάπης με ακριβά παπούτσια και διλήμματα εφηβείας, όταν μία τόνγκα, ένα αποτυχημένο φλερτ ή μια διαλυμένη σχέση 2 χρόνων που πήγε στράφι από τον ρεαλισμό της απλής λογικής του να φας και να πιεις, προσδιορίζουν απολύτως και την έλλειψη ρίσκου στη ζωή. ΜΠΟΥΜ! Όμως! ΜΠΟΥΜ τα κανόνια! Διότι η εποχή είναι ανελέητη, όπως όλες οι εποχές άλλωστε, μέρες μεγάλες σαν εποχές, αυτό θέλω να δω γραπτά. Και ΜΠΟΥΜ τα κανόνια! Πορφυρές λέξεις να ντύνονται με τους μανδύες της εμπειρίας, αυτό θέλω να διαβάσω! Και ΜΠΟΥΜ τα κανόνια! Να σου κόβουν τα πόδια και να τρέχεις, να σου κόβουν τα χέρια και να σέρνεσαι με το σαγόνι, να σε αποκεφαλίζουν και να ματώνεις τα πάντα ενώ ψοφάς για να τους χαλάσεις το παιχνίδι, αυτό θέλω να νιώσω! Και ΜΠΟΥΜ τα κανόνια, και ΧΡΑΠΑΧΡΟΥΠΑ οι μπαλοφιές, και ΣΚΡΑΣΣΣΣ τα κρασοπότηρα στα πλακάκια! Γι'αυτό σου λέω" ((τραγουδιστά σα τενόρος αποτυχημένος)), " μαλάκες και παπάρες όλοι μας, είμεθα! Μαλάκες! Και χαιρόμεθα, ευχαριστούμε πολύ κύριε, κλείστε τη πόρτα πίσω σας, στη λογοτεχνική σας έκτρωση!"

((ο συνομιλητής φεύγει, συνέχεια του τραγουδιστού μονόλογου, ΣΚΡΑΣΣΣ το κρασοπότηρο κατά λάθος στο πλακάκι))