"If a picture is worth a thousand words, a song is worth a million."

(Anon.)

Δευτέρα, 31 Μαΐου 2010

Timeless

Ξαπλωμενη αργα, τα βραδια εχω τον Μορφεα διπλα μου. Με σκεπαζει στο μανδυα του και μουρμουριζει νανουρισματα στι γλωσσα των Θεων. Ειναι παλιος, χωρις χρονο, χωρις ουτε μια υποψια αγαπης.

Καμια φορα γυρναω, τον κοιταω, με αρπαζει σε ενα παθιασμενο φιλι και με αφηνει αναισθητη, νεκρωμενη για ωρες με τα ματια κλειστα, τα χειλη ανοιχτα το σωμα πληρως παραδομενο στα ματια του. Υστερα, παντα λιγο πριν ξυπνησω, σερνει τον δεικτη στο λακακι του λαιμου μου και κατω... πιο κατω. Μου φιλα τα ματια και εξαφανιζεται. Το πατωμα δεν τριζει, η πορτα δεν ανοιγει, λιγο παιζει η κουρτινα σαν απο ανασα. Ξυπνω σε ενα δωματιο αδειο με τη μυρωδια του ακομα διασπαρτη στο κρεββατι και την μερια του ζεστη.


Ποτε μου δεν αγαπησα το Μορφεα, απο μικρη, πολυ μικρη εδωσα την καρδια μου στον αδερφο του. Σκοτεινος, ψηλος με ωμους στενους και μαυρα ματια, μαυρα σαν τη νυχτα. Μπορει να φιλα τα χειλη μου ο υπνος τα βραδια, μπορει η καπα του να με σκεπαζει και το κορμι του να με κρατα ζεστη, κολλημενη στο στηθος του. Μα ειναι νυχτες που ο Μορφεας φτανει στο παραθυρο μου και δειλιαζει. Ειναι νυχτες που φευγει για να βρει αλλες γυναικες, πιο ομορφες απο μενα, πιο ποθητες απο μενα.


Ειναι νυχτες που ο Θανατος γλυστρα στις σκιες της καμαρας μου. Τον ενιωθα στην αρχη να με κοιταει απο την ακρη του κρεββατιου. Το χερι του αγγιζε λιγο την κουβερτα πανω απο το ποδι μου και μετανιωμενος το τραβουσε αποτομα μονο και μονο για να το αφησει ξανα στο ανευρο ακρο μου. Υστερα πλησιασε, καθισε διπλα στη γαμπα μου, γονατισε διπλα στο προσωπο μου κρυμμενος παντα στις σκιες, ισως ειναι η παρουσια του που τις καλει.


Ειναι νυχτες σαν αυτες που κειτομαι ξυπνια, σφιγμενη, αεικινητη. Ειναι νυχτες σαν αυτες που αναδευομαι συνεχως κατω απο τα σεντονια. Ειναι αλλες νυχτες, με το χερι του Μορφεα περασμενο χαλαρα γυρω απο τη μεση μου που ο Θανατος ανοιγει την πορτα και πατα ακριβως στο σανιδι που τριζει, ακλονητος στην εξουσια του.


Γνεφει αποτομα στον αδερφο του.

Αυτη ειναι δικη μου.” και βγαζοντας το σκιωδη μανδυα του ξαπλωνει διπλα μου, μεσα μου, πανω μου. Ειναι σαν να βυθιζομαι στην πιο βαθεια θαλασσα. Σιωπη, ησυχια και ασφαλεια, τοσο εντονες που δεν προσεχεις το νερο στα πνευμονια σου, δεν καταλαβαινεις τον πνιγμο σου. Ειρωνικο, ουτε το νερο καταλαβαινει οτι σε πνιγει.


Το δερμα του ειναι χλωμο και ζεστο, οι φλεβες του σκουρες γαλαζιες και χοντρες σαν κλωνοι φυτου. Σερνονται κατω απο την επιφανεια τελεια απλωμενες, βαθια μεσα στο στηθος του χτυπα σταθερα μια καρδια. Δεν αλλαζει ποτε ρυθμο οσο βιαια και να με αρπαζουν τα χερια του, οσο δυνατα και να με σφιγγει πανω του. Ενα αεναο ταπ... ταπ... ταπ... σαν κορακιου φτερουγα εισβαλλει στα αυτια μου. Τοσο εκκωφαντικα δυνατο που ακουω καμια απο τις φωνες μου, καμια απο τις λεξεις μου.


Μεχρι που ερχεται μια στιγμη που ειμαι... Ειμαι αυτος,με την προσωπικη μου υπαρξη αφομειωμενη. Εκεινος εξατμιζεται, βυθιζεται μεσα μου μεχρι που καθε κρυφη μου εγκοπη ειναι γεματη απο την ουσια του. Ειναι κατι τετοιες βραδιες που αναρωτιεμαι εαν οντως υπαρχω.Το καθε χαδι του με σκαβει βαθυτερα, φτιαχνει καινουγιες σπηλιες για τις σιωπες μου και αγριες θαλασσες για να ουρλιαζουν ελευθερα οι θλιψεις. Φυτευει δεντρα στον αυχενα μου να στηριζονται φιλιες, και στο κεντρο του στηθους μου πλαθει ενα ρηχο βαθουλωμα για να βρισκει καταφυγιο η αγαπη να φωλιαζει.


Μου ειχε πει πως τιποτα δεν ξερω, και τιποτα δεν αγαπω, γιατι σε τιποτα δεν δοθηκα και δεν ζω παραδομενη. Μου ειπε πως κρατησα τον εαυτο μου για μενα.

Και σαν Θεος ειχε δικιο. Και σαν θνητη παλι δειλιασα. Και δεν δοθηκα, και δεν παραδοθηκα, ωσπου ενα βραδυ, ανοιξε αθορυβος την πορτα μου και βαδισε στις μυτες των ποδιων του χωρις να τον ακουσω. Γονατισε διπλα μου με το κεφαλι του στο στηθος μου και την χαιτη της νυχτας του απλωμενη γυρω μου σαν σεντονι. Τραβηξε το μαχαιρι του, και ενω διπλα ο Μορφεας κοιμοταν ακομα το καρφωσε μεχρι τη λαβη στην καρδια του.


Ποτε δεν ακουσα καποιον να φωναζει τοσο. Το πηχτο κοκκινο ανεβλυζε ανεμποδιστο απο το στηθος του, εβαφε τα σεντονια και τα χερια του που ματαια προσπαθουσαν να σταματησουν την πορεια του. Ο Θανατος τον κοιτουσε ανεκφραστος. Τον αφησε να παλαιψει, μεχρι που οι κινησεις του αδερφου του εγιναν αδυναμες και σπασμωδικες, μεχρι που τα χειλη του, γεματα αφρο, ψιθυριζαν ικεσιες στη γλωσσα τους, τη γλωσσα των Θεων. Υστερα, απλωσε το χερι του και επιασε το μαχαιρι, διστασε για μια στιγμη και το τραβηξε αποτομα.


Ο Μορφεας ανοιξε τα ματια του διαπλατα και πηρε βαθεια ανασα, σαν αυτη του νεογεννητου, οι πνευμονες του γεμισαν θνητο αερα και απο το στομα του βγηκε μια κραυγη κατακοκκινη. Εβαψε ολους τους τοιχους, τα λερωμενα σκεπασματα. Στο στηθος του ειχε μεινει μια μαυρη πληγη, απο μεσα της εσταζαν αργα σκουρες μπλε σκιες. Απο τις ακρες των ματιων του κυλουσαν αστερια σα δακρυα και στα χερια του κρατουσε σφιχτα γαλαζια νεφελωματα να πνιγει την οδυνη του.


Ειμασταν και οι τρεις ακινητοι, κανεις δεν μιλουσε, ωσπου ο Μορφεας ανακαθισε και τιναξε το κεφαλι του σκορπωντας πλανητες. Τραβηξε απο πανω μου τον μανδυα του σχεδον θυμωμενος και τον τυλιξε στο σωμα του. Σηκωθηκε και χαθηκε στο σκοταδι με τις σκιες να σταζουν ακομα λερωνοντας το παναρχαιο υφασμα. Το πατωμα δεν ετριξε και η πορτα δεν ανοιξε, μοναχα η κουρτινα κινηθηκε λιγο, ελαφρα, σαν απο ανασα.


Μονο τοτε αφησε ο Θανατος το στιλετο να πεσει. Με σηκωσε αποτομα,σχεδον βιαια και γλυστρισε στο πατωμα μπροστα μου. Τα χερια του μπηγονταν στη σαρκα των ποδιων μου. Εκει, μαζεμενος στα ποδια μιας θνητης, με ολες τις σκιες για παρεα εκλαψε πικρα γατζωμενος στη μητρα μου. Το μετωπο του κολλημενο στο γοφο μου και οι κραυγες του να εξοστρακιζονται στους κοκκινους τοιχους ολομαυρες.


Ειναι παραξενο, εδειχνε τοσο μικρος, μεχρι που γονατισα και τον πηρα στην αγκαλια μου. Τοτε ξαναεγινε αμεσως Θεος, ταισμενος απο τη ζωη μου. Εκαιγε, οι φλεβες του φουσκωσαν,απο τον μανδυα του εβγαιναν αυλα χερια και τον χαιδευαν, εβγαιναν προσωπα και τον φιλουσαν. Με κοιτουσε και το προσωπο του γυαλιζε ολοζωντανο μεσα στο σκοταδι, καταλευκο και φωτεινο. Ενα χαμογελο τραβηξε τα χειλη του και το χερι του φωλιασε στο πισω μερος του λαιμου μου τραβωντας με προς το μερος του.


Με φιλησε πολυ ωρα, χωρις να παρει τιποτα, δεν με αφησε σκαμμενη οπως τις αλλες φορες, με φρεσκα δαση στον αυχενα και απυθμενες θαλασσες στο στηθος. Οχι, αυτη τη φορα γεμισε ολα τα βαραθρα που με τοσο κοπο ειχε ανοιξει. Οι σκιες του κυλουσαν μεσα μου, τις ενιωθα στη γλωσσα μου και πανω στα μαλλια μου. Τα χερια τους αρπαζαν σχεδον μητρικα το λαιμο μου. Επνιγαν την ανασα μου. Τραβουσαν.


Εκλεισα τα ματια μου σφιχτα, οι βλεφαριδες μπλεχτηκαν μεταξυ τους, και εκτοτε, δεν καταφερα ποτε να τα ανοιξω.

Τι τρομερο cliché... η αρχη μου.

Σάββατο, 29 Μαΐου 2010

Βρωμόσκυλα



Άλλο μέρος, άλλη φάση,
σβησμένα φανάρια,
χαλασμένες λάμπες,
φιγούρες εδώ κι εκεί,
νούμερα στο καλάθι
των λαχανικών.

πλακάκια
και πλακάκια
και πλακάκια
και ροχάλες
και τάλαρα γενναία,
και σκοτάδι
και μετά πάλι σιγανό πορτοκαλί φως,
και τσιμέντο
και ασφαλίτες στο απέναντι πεζοδρόμιο
και ωραία γωνία ευθεία μπρος
και το ποτάμι
((μεγαλοπρεπές, όμορφο))
και τα χορτάρια από δίπλα
και τα ποταμόσκυλα αδέσποτα
να γλύφουνε σταγόνες απ' το τσιμέντο
άλλη μια φορά
και η απίστευτη αυτή αίσθηση
της γλυκιάς παραίτησης
απ'όλα
για απόψε
άλλη μια φορά
αντίο
δεν υπάρχω
καληνύχτα.

Παρακολουθώντας
γκρίζα και μωβιά σύννεφα από κοντα
στον ουρανό
καληνύχτα
τίποτε πιο αγνό
και ειλικρινές
από
ένα
"καληνύχτα".

Παρασκευή, 28 Μαΐου 2010

Αύριο πάλι.


Θέλει προσπάθεια κάποιος να με σηκώσει από τις στάχτες μου, να με τινάξει, πάνω κάτω, βρίζοντας, να μου πετάξει το κατσούφισμα μακριά, να με κάνει άνθρωπο.
Εκείνη το μπορεί, και μάλιστα χωρίς πολλά-πολλά.
“¨Σήκω. Έλιωσες.”

Σηκώνομαι, με βοηθάει να ντυθώ, νερό στη μούρη, κουκλί είσαι, άντε, πάμε, θα είναι ωραία.
“Ε;”
Παιδάκι Α' Δημοτικού εγώ – με μαθησιακές δυσκολίες.
Δε μου λέει τίποτα, παρά μόνο ότι πάλι έβαψα ανόμοια τα μάτια μου, αλλά δε γαμιέται, ποιος θα μας δει στο μισοσκόταδο.

Και πάμε. Και είναι μισοσκόταδο. Και καπνός παντού. Ποτά παντού. Η μουσική δυνατά.
Τόσο δυνατά που μου αρέσει, γιατί δε χρειάζεται να σκέφτομαι.

Στο πρώτο ποτό λύνεται η γλώσσα, περνάω την τάξη. Μετά από δύο ακόμα νιώθω γαμάτη και βλαμμένη μαζί, σαν βικτωριανός ποιητής, το οποίο δε μου αρέσει σαν ιδέα, αλλά το αντισταθμίζω γιατί καπνίζω σαν μπλούζμαν. Και χορεύουμε σαν τρελές, αν λέει κανείς χορό το χοροπηδητό.

Σκάνε μύτη φάτσες, γνωστές φάτσες. Όλοι δικοί μου. Ο dj, γνωστός από παλιά, ξέρει ακριβώς πώς να μας κάνει να φρενιάσουμε.

“Άκου κι αυτό!” και φυσικά σφηνάκι.

Σκάει και ένα παιδί συγκεκριμένο, αγκαλιά από παλιά, φίλημα στο μέτωπο. Άσε ρε, κωλόγερε λέω εγώ, σκάσε, ακόμα δεκαοχτάχρονο μοιάζεις εσύ, λέει αυτός.

“Άκου κι αυτό!” και σφηνάκι.
Χοροπηδητό και πείραγμα.

Όλοι δικοί μου. Νιώθω ασφαλής.

Δε θα φύγω παρά μόνο όταν θα βλέπω δύο κολλητές, δύο ντιτζέι και δύο κωλόγερους (και καλά).

“Εεεεε... Αύριο.”
“Εδώ θα 'μαστε.”

Και θα είναι.

Η κολλητή ήδη έχει φύγει ή θα κάτσει κι άλλο, πάω σπίτι συνοδευόμενη από τον “κωλόγερο”.
Μου δίνει το εθιμικό, αλκοολούχο φιλί και φεύγει.

“Αύριο πάλι.”

Πέφτω για ύπνο χαρούμενη, κι όταν ξυπνάω καταλαβαίνω ότι δεν ήμουν εκεί, ούτε τα σφηνάκια, η μουσική, η κολλητή, το φιλί και το χοροπηδητό, είμαι εδώ, ακόμα, μέσα στις στάχτες μου, ακόμα στην ανησυχία.

Δεν πειράζει.
Γιατί κάποια στιγμή θα έρθει ένα αύριο που θα πω κι εγώ “αύριο πάλι”.

Τετάρτη, 26 Μαΐου 2010

Σαβάνες εδώ



Στις σαβάνες περπατάμε, στις σαβάνες
ο πρεζάκιας ήλιος δεν άφησε καμία άλλη εναλλακτική
χτυπώντας χορταράκια
ίσα να φαίνονται
στη ξεραμένη, κάτασπρη λασπούρα
σα χολή αρρώστου
και τα λίγα γατομουνοζούμια θηλυκά
που τα μυρίζανε οι κεραμιδόγατοι με τις παχιές μουστάκιες
του χωριού
χυμένα σε χορτάρια
και νιαουρίζανε καυλωμένοι.

Κύκλος γύρω απ' τη πράσινη γκριζαδούρα
τη τσιμεντίλα με τις ρίζες απ' τα δεντριά
καρφωμένες πάνω της γερά
και οι λίγοι γέροι που κοπανάνε το έδαφος με τη γκλιούτσα
μαζεύοντας το κοπάδι, με μαλλιαρά τσομπανόσκυλα στο κατώπι,
μας χαιρετάνε αδιάφορα, όσο
βήχουμε και σερνόμαστε στη ξεραμένη
κάτασπρη λασπούρα αλμπίνο
και βήχουμε και τους γνέφουμε κοπανημένοι
απ' τα πνεμόνια μας
δίπλα
απ' τη λασπούρα
στις σαβάνες
πίσω απ' την οικοδομή την άχτιστη.

Δευτέρα, 24 Μαΐου 2010

Nocturne



Καπνίζεις και κοιτάς το ταβάνι, τα μάτια σου γεμάτα από κάτι που δεν μπορείς να περιγράψεις, δεν ξέρεις καν αν υπάρχει τελικά ή όχι, τόση κενότητα και τόση πληρότητα μαζί, ένα συν ένα ίσον δύο ίσον τίποτα ίσον τα πάντα και χάνεσαι, μικρή μου, θες πάντα να ξέρεις τι σου γίνεται και να που τώρα χάνεσαι σ' ένα ξέφρενο χορό από σκιές, αυτές που ήρθαν κι αυτές που θα 'ρθουν, θολές, να σ' αγγίζουν σ' όλο σου το κορμί, να τσιτώνεσαι και να τρέμεις, φοβάσαι, φταίει αυτό το κωλοτράγουδο, αργό και μεθυστικό σαν τη στιγμή που ακολουθεί έναν οργασμό, δε σου αρέσει να φοβάσαι, φοβάσαι ακόμη και να φοβηθείς, κλείνεις τα μάτια μα οι σκιές δε φεύγουν, εκεί είναι ακόμα και σε πειράζουν.

Προδοτικές στάλες ιδρώτα μαζεύονται στ' ακρόχειλο, τα μάτια σου αρνούνται ν' ανοίξουν πια, οι βλεφαρίδες μπλέχτηκαν μεταξύ τους απ' τη λαχτάρα, το χέρι σου κατεβαίνει χαμηλά και βρίσκει το γνώριμο εκείνο μέρος που έχει πάει τόσες φορές, εκείνη τη ζεστή, νοτισμένη, φουσκωμένη ρώγα σταφυλιού, μια στροφή με τ' ακροδάχτυλα, δυο, κι έπειτα κατεβαίνεις μια ανάσα πιο κάτω, μπαίνεις μέσα, όμορφα, ζεστά, υγρά, σαν να 'χεις πυρετό, καμπυλώνει το κορμί σου κι εκρήγνυσαι σαν αστέρι με μια κραυγή ηδονής – ή μήπως απώλειας;

Φέρνεις το χέρι σου στο στόμα, η γλώσσα ίσα που αγγίζει τ' ακροδάχτυλα, προσπαθείς να θυμηθείς πώς ήσουν κάποτε, πριν σε ραφινάρουν με ντροπές κι αξιοπρέπειες, ναι, αυτός είναι ο πραγματικός σου εαυτός, ατόφιος και πρωτόγονος σαν αυτό που γεύεσαι τώρα, με κάτι από μέλι και λεμόνι, κι εκείνη την περίεργη αψάδα στο τέλος, εκείνη που μένει να δροσίσει το στόμα με φωτιά, μήπως τελικά όλα τα άναρχα πράγματα αυτή τη γεύση έχουν;

Σηκώνεσαι κι ανοίγεις την κουρτίνα, το φεγγάρι χτυπά αναιδώς το παράθυρό σου, η γυμνή σου μορφή διαγράφεται θολή στο τζάμι, έχεις γίνει μια σκιά κι εσύ, θα ήθελες ν' αρπάξεις μια από αυτές που σε τυραννούσαν πριν λίγο και να ανταποδώσεις, να δαγκώσεις και να γδάρεις και να σφίξεις, να ουρλιάξεις και ν' ανακατευτείς, να χωθείς κάτω από το δέρμα της, τα φαντάσματα όμως δεν είναι από ύλη και το μόνο υλικό σώμα τώρα είναι το φεγγάρι, ξεδιάντροπα στρογγυλό και ασημένιο, σου φέρνει στο νου εκείνο το ποίημα του Ρίτσου που κάνατε στο σχολείο και καταριέσαι, δε θες να γίνεις σαν εκείνη, όχι, καλύτερα άσχημος άνθρωπος παρά όμορφο ποίημα.

Το φεγγάρι μάλλον άκουσε τις σκέψεις σου γιατί σε εκδικείται, αντιφεγγίζει στο τζάμι το κλειδί, το Κλειδί, εκείνο που κρέμεται απ' τ' αυτί σου, το φόρεσες όταν ράγισε η καρδιά σου για να μην ξεχάσεις, να μάθεις, να κλειδωθείς, να μην το βγάλεις μέχρι να έρθει εκείνος που δε θα σε ρωτήσει γιατί το φοράς, αλλά θα απαιτήσει απλώς να του το δώσεις, όμως αυτό είναι ακόμη εκεί, πάνω στ' αυτί σου ζει και βασιλεύει, γιατί Εκείνος δεν ήρθε κι ούτε θα 'ρθει, δεν υπάρχει ή εσύ δε θέλεις να υπάρχει.

Σεληνιάζεσαι, δαιμονίζεσαι, σκιάζεσαι, σπας το παράθυρο και πετάς με όση δύναμη έχεις τα γυαλιά στο φεγγάρι, να ματώσει, δε θα φτάσουν ποτέ ως εκεί - ποια είσαι μικρή μου που θα τα βάλεις με το φεγγάρι – ουρλιάζεις, κλαις, τραβάς το κλειδί δυνατά, βαρέθηκες κλειδιά και κλειδοκράτορες, Πανδώρες και χαοτικές σφραγίδες, τα δάκρυα λιώνουν το πρόσωπό σου σαν οξύ, τραβάς μια τελευταία φορά με λύσσα, το κλειδί εκτοξεύεται στο Άπειρο παίρνοντας μαζί του και το αυτί σου, πετάνε να βρούνε το φεγγάρι κι εσύ μένεις να τα κοιτάς ζαλισμένη, μια μάζα από αίμα, δάκρυα και κολπικά υγρά, ο πόνος σε σκίζει στα δύο, ουρλιάζεις ξανά και -

τότε ξυπνάς πάνω απ' το τετράδιο , το κλειδί είχε πατήσει στο λαιμό σου κι έχει κάνει μια λακκουβίτσα κόκκινη που τσούζει μα δε σε νοιάζει γιατί έχει ξημερώσει πια, ήταν μόνο ένα όνειρο, το τζάμι είναι στη θέση του και μπορεί να σε δείχνει ακόμα θολή, αλλά τουλάχιστον έχεις πρόσωπο κι αυτί, γελάς και βήχεις, πολλά τσιγάρα χτες, το χέρι σου μυρίζει ακόμα σαν εσένα και το τραγούδι συνεχίζει να παίζει στο repeat, αλλάζεις λίστα και παίρνεις το τετράδιο, αναρωτιέσαι τι μαλακίες έγραφες χτες και τι σκεφτόσουν πάλι, ναι, εκείνη τη σκιά, δε βαριέσαι, τη μέρα οι σκιές είναι Κάτω, δεν τις φοβάσαι και δεν τις ποθείς.

Ντύνεσαι... Πριν φύγεις, τραβάς τις κουρτίνες.
Για καλό και για κακό.


6/2/2008

Σάββατο, 22 Μαΐου 2010

Αυτή.



Δέκα λερωμένοι κούβαροι από σεντόνια ο ένας πάνω απ' τον άλλο,
πεταμένες πετσέτες στο πάτωμα, δίπλα από άδεια πακέτα τσιγάρα,
πετσέτες με ξεραμένο σπέρμα και ψόφιες σταγόνες ιδρώτα,
((ψόφια σώματα, κουφάρια, νεκρά μόμολα και υδάτινες κουράδες των πόρων))
ανοιχτό παράθυρο, οι λεμονιές παίρνουν μάτι, μαζί με τα νυχτοπούλια,
δυο σακάτηδες συναισθημάτων να τυλίγονται ο ένας στον άλλο,
ω ναι, και πώς τη φίλαγα απόψε, δάγκωνα τα χείλια και δάγκωνα τις ρώγες,
και τα δάχτυλά της, τουρτούριζαν σα νεοσσοί και χώνονταν ανάμεσα απ' τα πόδια μου,
ρουφώντας ζέστη, κουτούλαγα άτσαλα στο σώμα της, αφήνοντας λεωφόρους από σάλιο
απ' τον αφαλό ως το λαιμό,
ένας κηφήνας που ψαχούλευε για μέλι στη κηρήθρα, έτοιμος να ρουφήξω οτιδήποτε
υγρό μπορούσα να λάβω,
φτύνοντάς το στη συνέχεια στα δάχτυλά μου, ενώ αυτή τη χτυπούσαν αόρατα κύμματα
από ενέργειες που δε μπόρεσα ποτέ να καταλάβω,
ενώ αυτή τρανταζόταν στο ξύλινο Μολώχ,
τεντώθηκα προς το μέρος της και της σχημάτισα ένα σταυρό στο κούτελο
με το ίδιο της το μέλι
άγιες φιγούρες και οι δυο, πεταμένες, εξόριστες, δίχως ανάγκη για ναούς
παρά μόνο για τραγούδι και κρασί,
το δέρμα της έμοιαζε να γίνεται μπρούτζινο, με τη πορτοκαλί λάμπα,
το μόνο φως στο μικροσκοπικό δωμάτιο,
αυτή να μου ψιθυρίζει κάτι στο αυτί, πιπιλώντας το λαιμό μου
και χαϊδεύοντας το γυμνό μου το κρανίο,
και τα δάχτυλά της συνέχιζαν να είναι κρύα και μοναχικά.

Έκανα σεξ με τη γυναίκα, με τη κόρη του Αυτοκράτορα,
και ήταν το τελευταίο μου βράδυ στη Ζωή,
πριν με ανακαλύψουν οι γενίτσαροί του το επόμενο πρωί,
αποκοιμισμένο, με τα μακριά της κατάμαυρα μαλλιά να μου κρύβουν το μισό το σώμα,
και με οδηγήσουν στη κρεμάλα
ενώ αυτή θα κοιμάται ακόμα
και θα συνεχίσει να κοιμάται για πολύ ακόμα
δίχως να μάθει ποτέ.

Παρασκευή, 21 Μαΐου 2010

Aρχετυπιζειν



«Εσένα καλώ, σκιά που στοιχειώνεις το μυαλό μου. Με τα παιδικά σου βήματα, και τις ξύλινες κινήσεις, έλα κοντά μου, να σε πλανέψω με λέξεις πρωτάκουστες, να σε μαγέψω και πάλι.»

«Όχι.» είπε η μάγισσα κουνώντας το κεφάλι της εκνευρισμένη. Η μαγεία της είχε από καιρό πάψει να δουλεύει. Ο βάτραχος της την κοίταξε λοξά.

«Έτσι όπως πας, θα μας τινάξεις στον αέρα παλιόγρια!!» της γκρίνιαξε, όχι άδικα.

«Σιγά μην έρθουν δαίμονες για χάρη σου. Τα κόκαλα σου τρίζουν και το μυαλό σου το έχει σχεδόν κουρκουτιάσει η σκόνη. Παλαβή παλιόγρια!»

«Σκάσε ελεεινή δικαιολογία δαιμονικού.» Φώναξε η γριά-μάγισσα με τα τρελαμένα, παράταιρα μάτια της. Το κεφάλι της κουνιόταν σπασμωδικά πάνω στους ώμους της σαν να ανέμενε επίθεση ανά πάσα στιγμή.

«Τι ξέρεις εσύ από μάγια, ελεεινέ, τρισάθλιε φρύνε!» έσφιξε τα χείλια της και τα θολά της μάτια ανέκτησαν κάποια από την αλλοτινή τους λάμψη. Μεγάλα, μαύρα, σκοτεινά και πάναστρα. Υπήρξε όμορφη κάποτε, ποτέ αληθινά ισχυρή, αληθινά ταλαντούχα. Δεν το’χε μέσα της, όπως έλεγαν.

«Τι ξέρεις εσύ από μάγια;» σιγομουρμούρισε.

Η φωνή της έσβησε, σαν από κούραση, σαν από πικρία. Κούνησε τα ροζιασμένα χέρια της σαν να έδιωχνε κάτι που μόνο εκείνη έβλεπε. Συνοφρυώθηκε έντονα, ένας ιστός από σκιές φύτρωσε γύρω από τα μάτια της. Φύσηξε τη φωτιά στο τζάκι και ανακάτεψε το περιεχόμενο του τσουκαλιού με μια κουτάλα παλιά και χτυπημένη.

Γέλασε, βαθιά στο λαιμό της, έμοιαζαν, η κουτάλα και εκείνη. Ρούφηξε λίγο σούπα και αναστέναξε. Γέμισε ένα πιάτο και το απίθωσε μπροστά στο μικρό κορίτσι που την κοίταζε με ολοστρόγγυλα μάτια.

«Φάε» της είπε και άναψε την μικρή πίπα της. «Φάε και θα σου πω μια ιστορία που δεν την έχεις ξανακούσει. Μια ιστορία που δεν θα ακούσεις ποτέ ξανά.»

Και έτσι, το μικρό κορίτσι με τα στρογγυλά μάτια, που οι αγέρηδες φωνάζουν Ανάπαλι και οι γριές-μάγισσες Κλειώ, άρχισε να τρώει γρήγορα τη σούπα της.

Ο φρύνος που ήξερε, κόαξε δυνατά από το καλάθι του. Η μάγισσα τον κοίταξε καλά-καλά. Τον σημάδεψε με το στραβό δείκτη της και μουρμούρισε λίγες λέξεις. Όπως ήταν φυσικό, τίποτα δεν συνέβη. Ο φρύνος κόαξε και πάλι, αλλά κανείς δεν κατάλαβε τι έλεγε και ο ίδιος δεν μπήκε στον κόπο να μεταφράσει.

Το κορίτσι περίμενε ήσυχα τη μάγισσα να αρχίσει το παραμύθι. Εκείνη κοιτούσε συλλογισμένη τη φωτιά. Τράβηξε μια γερή ρουφηξιά και φύσηξε τον καπνό από τα ρουθούνια της. Το κορίτσι γέλασε, το ίδιο και η μάγισσα, ως και ο γκρινιάρης φρύνος χαχάνισε σιγανά, να μην τον πάρουν είδηση.

«Ορκίσου πως δεν θα την πεις σε κανένα.»

«Ορκίζομαι.» είπε το κορίτσι με τα στρογγυλά μάτια που οι αγέρηδες φωνάζουν Ανάπαλι και οι γριές-μάγισσες Κλειώ.

«Άμα με κοροϊδέψεις μικρή, θα το μάθω» τη φοβέρηξε η Ανατολή.

«Ορκίζομαι! Ορκίζομαι!!» ξεφώνισε η Ανάπαλι.

Η μάγισσα χαμογέλασε και χάιδεψε σκεφτική το σαγόνι της.

«Ας αρχίσουμε λοιπόν…»

Το κορίτσι έπιασε τις άκρες του τραπεζιού και κράτησε την ανάσα της.

«Το βλέπεις αυτό εδώ το σημάδι;» ρώτησε η Ανατολή δείχνοντας ένα παλιό κόψιμο στην αριστερή παλάμη της. Η Κλειώ έγνεψε.

«Όταν ήμουν νέα, πέντε-έξι χρόνια μεγαλύτερη από σένα, είχα πάει…»

«Στο μεγάλο κόκκινο δάσος;!!!» πετάχτηκε η Ανάπαλι.

«Μην διακόπτεις μικρή.» γκρίνιαξε η μάγισσα.

«Συγγνώμη κυρά.» ψέλλισε κοιτώντας τα ψίχουλα στο πάτωμα το κορίτσι.

«Είχα πάει.» συνέχισε λοξοκοιτώντας την. « στο εργαστήριο του παππού μου. Έκοψα το χέρι μου σε μια λεπίδα που είχε για το ξύλο. Με περιποιήθηκε και μετά, με κάθισε σε ένα σκαμνί στη σοφίτα και μου είπε αυτήν εδώ την ιστορία. Όταν και εσύ θα γίνεις 96 χρονών, όπως εγώ και όπως ο παππούς μου, με τα ίδια λόγια θα την μεταδώσεις σε όποιο κρίνεις άξιο.»

«Άξιο σε τι;» ρώτησε δειλά η Κλειώ.

«Θα καταλάβεις σε λίγο.»

H γριά μάγισσα έσκυψε το κεφάλι της σαν να την πίεζε η ίδια η μοίρα.

Άκου με Κλειώ,” είπε σιγανά “και άκου με προσεκτικά.”

Η Ανάπαλι ξεροκατάπιε. Γιατί καθυστερούσε τόσο η μάγισσα;

Τα λεπτά κυλούσαν αργά και η σιωπή ανάμεσα τους βάρυνε, κάθισε σαν σκόνη πάνω στα έπιπλα και μούσκεψε τα ροζιασμένα χέρια της Ανατολής.

Μετά από κάμποση ώρα, η γριά-μάγισσα άνοιξε τα ρόδινα μάτια της. Το αλλοτινό τους μαύρο είχε χαθεί και ένας πυρωμένος ήλιος τα φώτισε μα τις ζεστές του ακτίνες.

Η Ανατολή κοίταξε την Κλειώ. Η Κλειώ ανταπέδωσε με μάτια στρογγυλά από την απορία. Η Ανατολή άναψε ξανά τη σβησμένη πίπα της και φύσηξε ένα δαχτυλίδι καπνού.

Δεν ξέρω πώς να αρχίσω” κάγχασε.

Όπως όλα τα παραμύθια, έλα Ανατολή σε παρακαλώ!!!” είπε η Ανάπαλι με την ψιλή φωνούλα της.

Η μάγισσα χαμογέλασε. Ένα πλήθος ρυτίδες βάθυναν γύρω από τα μάτια της.

Πολύ καλά λοιπόν, μικρή μου.”

'Μια φορά και έναν καιρό, σε ένα δάσος, όχι πολύ μικρό, αλλά ούτε πολύ μεγάλο, μεγάλωνε ένα κόκκινο λουλούδι με βαριά, βελούδινα πέταλα.'

Η Ανατολή μειδίασε γλυκά σαν να έφερνε στο νου μια ανάμνηση.

'Κάθε μέρα ένα ξωτικό ξάπλωνε δίπλα του, το χάιδευε απαλά και περίμενε να ανθίσει. Το λουλούδι ψήλωνε, έβγαζε καινούργια φύλλα, άπλωνε τα βαριά, βελούδινα πέταλά του. Το ξωτικό του είχε πει, πως στην καρδιά του καλοκαιριού τα λουλούδια που τα αγάπησαν πολύ γίνονταν αιώνια δέντρα.

Θα κάνουμε γιορτές στη σκιά σου, θα χορεύουμε αέναους κύκλους γύρω από τον κορμό σου.” έλεγε το ξωτικό.

Το λουλούδι το πίστεψε. Άκουγε τη φωνή του να ξυπνά μια δύναμη μέσα του, αρχαία σαν τον ήλιο, ίσως και πιο ισχυρή.

Η καρδιά του καλοκαιριού πλησίαζε αργά σαν τεμπέλικο άλογο. Το λουλούδι τώρα είχε ψηλώσει πολύ. Υψώνονταν σαν πύργος πάνω από το ξωτικό, πουλιά φώλιαζαν στα κλαδιά του το βράδυ. Τα άκουγε να μουρμουρίζουν, άλλοτε ανήσυχα, άλλοτε φλύαρα. Μιμήθηκε το τραγούδι τους με μια φωνή βαθιά, γεμάτη ξύλινους τριγμούς και χυμώδεις ψιθύρους.

Το ερωτεύτηκε ο αδάμαστος άνεμος. Άγγιζε απαλά τα κλαδιά του και έπαιζε με τα φύλλα του ράθυμα.

Πόσο μεγάλωσες...” ψιθύρισε μια μέρα το ξωτικό.

Το λουλούδι του χάιδεψε το πρόσωπο με ένα ανθισμένο κλαδί. Το ξωτικό έκοψε προσεκτικά ένα κόκκινο μπουμπούκι και το μύρισε.

Δέχομαι το δώρο σου” απάντησε με την αλλόκοτη προφορά του και χαμογέλασε πλατιά στα μπουμπούκια που άνθισαν στο άγγιγμα του.

Σήμερα,” είπε. “Θα κάνουμε μια γιορτή στη σκιά σου. Θα χορέψουμε σε αέναους κύκλους γύρω από τον κορμό σου.”

Το ξωτικό χαμογέλασε και πάλι. Κάθισε στις στέρεες ρίζες του λουλουδιού και έπαιξε μια χαρούμενη μελωδία με τη φλογέρα του. Σε λίγο τον πλησίασε μια κοπέλα της φυλής του. Κάθισε και αυτή και άρχισε να παίζει την άρπα της. Πόσο χαρούμενο ήταν το λουλούδι! Ένιωθε μέσα του την δρυάδα να γεννιέται, σε λίγο θα γίνονταν ένα.

Ήρθαν πολλά ξωτικά κοντά του εκείνη τη νύχτα. Τα τραγούδια τους παγιδεύτηκαν ψηλά στα κλαδιά του, τα γέλια τους, βαθιά στην καρδιά του.

Και τότε, στο αποκορύφωμα της νύχτας, η δρυάδα που έκρυβε στον κορμό του κινήθηκε. Άνοιξε τα πράσινα της μάτια και γέλασε μαζί με τα ξωτικά. Έσπρωξε με το χέρι της τον σκληρό κορμό και για πρώτη φορά άγγιξε την νύχτα έξω. Ένα όμορφο πρόσωπο και ένα τέλειο στέρνο ακολούθησαν. Η δρυάδα κοίταξε γύρω της και άρχισε να τραγουδάει. Η φωνή της παγιδεύτηκε σε ξωτικένιες καρδιές, μα δρυάδα τραγουδούσε μόνο για εκείνον.

Την πλησίασε, είχε κόκκινα μαλλιά και πράσινα μάτια. Της χαμογέλασε. Εκείνη τον χάιδεψε στο μάγουλο και πρόφερε μία μόνο λέξη.

Ευχαριστώ.” '

Η μάγισσα έμεινε σιωπηλή για αρκετή ώρα, Σήκωσε δειλά-δειλά τα ρόδινα μάτια της στην Κλειώ. Σκοτείνιασαν λίγο, σύντομα θα γίνονταν πάλι μαύρα.

Ωραία ιστορία” ψιθύρισε η Κλειώ με σύννεφα και δέντρα στο βλέμμα.

Έχω μια πολύ σημαντική ερώτηση για σένα Κλειώ” είπε γλυκά η γριά-μάγισσα.

Αυτή η ιστορία ήταν για το λουλούδι, ή για το ξωτικό;”

Το κορίτσι με τα στρογγυλά μάτια που οι αγέρηδες φωνάζουν Ανάπαλι και οι γριές-μάγισσες Κλειώ, σκέφτηκε λίγο την απάντησή της.


Η ιστορία,” είπε, “είναι για την Δρυάδα”

Η μάγισσα χαμογέλασε, και ο φρύνος κόαξε.

4:44 = 284 και 2+2=5



[ Πάτησες το play; Εγώ ναι. Εσύ; Εγώ ναι. Εσύ; ]

-Πρέπει να γράψεις ρε μαλάκα. Εξ' άλλου, θέλεις να γράψεις! Δες και τη συννεφιά έξω. Γαμώ τις συνθήκες.
-Δεν είμαστε σε ταινία ρε ηλίθιε. Δεν πρέπει να γράφουμε μόνο όταν ο ουρανός είναι γκρίζος, η ψυχή μαύρη και τo κρασί κόκκινο.
-Λέγε ότι θες. Εγώ σου λέω ότι ειναι η τέλεια στιγμή. Το μομέντουμ.
-Οκ λοιπόν, βάλε το μομέντουμ στον κώλο σου γιατί έξω έσκασε μύτη ο ήλιος. Εγώ την κάνω.

Κι έφυγε. Το τι έκανε έξω είναι πρώτον βαρετό, δεύτερον κοινότοπο και τρίτον δεν σε αφορά. Όταν γύρισε όμως έκανε το καθιερωμένο του ψαχτήρι για φρεσκαδούρες και έπεσε πάνω σε ένα όνομα που πάντα παραδεχόταν αλλά ποτέ δεν είχε πραγματικά αφομοιώσει. Δύσκολες οι μουσικές του, περίεργο μουσικό μυαλό ο τύπος, τον παραδέχονται όλοι (politically correct αηδίες) αλλά λίγοι τον καταλαβαίνουν. To be honest. Δεν είναι και χαζός όμως, πάτησε το play. Για να μην το κουράζω το play πατήθηκε πολλές φορές στη συνέχεια, και μάλιστα με μια συγκεκριμένη συχνότητα. Κάθε 284 δευτερόλεπτα.

Συνειδητοποίησε ότι το μεσαίο νούμερο είναι το γινόμενο των δύο ακραίων. Άρχισε να πιστεύει ότι όλα είναι μελετημένα. Κάποια συμπαντική αταξία που κάνει τέτοια κομμάτια να σου φαίνονται ότι έχουν τις ρίζες τους σε αρχαίους αιγυπτιακούς συμβολισμούς και πυραμίδοειδείς αλγόριθμους. Σκέφτηκε τους Tool και ένα άρθρο που διάβασε για τους ρυθμούς στα τύμπανα. Έβρισε από μέσα τον εαυτό του για την μπετοβλακώδη σκέψη του κι άκουσε ξανά το κομμάτι. Άλλα 284 δευτερόλεπτα. Σκέφτηκε το άλλο, από τους άλλους. Ένα σύμπαν το δευτερόλεπτο. Μπα, εδώ είναι διαφορετική η φάση. Ένα σύμπαν σε 284 δευτερόλεπτα. Ούτε καν ολόκληρο, ένα μικρό σημείο του. Όχι και τόσο μεγάλο επίτευγμα αν σκεφτείς ότι οι άλλοι κάνουν πιο πολλά σε λιγότερο χρόνο. Έβρισε τον εαυτό του χειρότερα από πριν.

Σκέφτηκε ότι τις παραέβρισε τις σκέψεις του απόψε. Σκέφτηκε ότι ποτέ δεν είναι τόσο αυστηρός μαζί τους. Σκέφτηκε ότι ακόμα κι όταν οι σκέψεις του είναι πιο ξαμολημένες κι ελεύθερες, περιορίζονται από μόνες του σε κάποιο βαθμό. Σκέφτηκε ότι τώρα που τις κράζει συνέχεια, αυτές αντί να κουλουριαστούν στο σκατοκέφαλο του ταξιδεύουν ακόμα περισσότερο κι ακόμα πιο οδυνηρά. Σκέφτηκε ότι παρασκέφτηκε. Δεν μπόρεσε να κάνει κάτι γι' αυτό όμως. Κάτι ακούστηκε για μια παλιοβρωμιάρα. Για το πάτωμα. Για το παιδάκι του παρελθόντος και τα τσογλάνια του μέλλοντος. Για έναν ψυχάκια που κάθεται και κοιτάει τους άλλους αντί να ασχοληθεί με τα χάλια του. Μετά σκέφτηκε τα χάλια του. Όχι του άλλου, τα δικά του. Πω ρε μάγκα ψυχαναγκασμός. Άσε μας ρε φίλε που θα μας βάλεις να κωλοαγχωθούμε βραδυάτικα. Οι σκέψεις του του είπαν ότι "ήταν ωραία η σημερινή διαδρομή". Διαφώνησε μαζί τους πάραυτα.

Ωστόσο, ξαναπάτησε το play.

Εωσφόρος


(http://www.youtube.com/watch?v=eW31U3Ih8RM)


Το καλοκαίρι σνόμπαρε τη παλιά μου γειτονιά, στο πρώτο μας σπίτι, στη πρώτη πόλη όπου έμενα, πιτσιρικάκος, κοντόχοντρος και ανασφαλής για όλα, μαζί με τους γονείς μου, 4 άτομα αρχικά, και μετά 5, όταν γεννήθηκε η αδερφή μου, ((το θυμάμαι σα σήμερα, ένα συννεφιασμένο βράδυ του Νοέμβρη, έπαιζα στο χαλί, χανόμουνα στα χρώματα και τα σχήματα και έφερνα σβούρες με το σώμα μου μέσα τους, ήταν ζεστά και φιλόξενα, όταν ήρθαν οι γονείς μου με ένα μικροσκοπικό άνθρωπο τυλιγμένο σα κουβάρι στην αγκαλιά της μάνας, ήταν πιο ενδιαφέρον θέαμα από το χαλί σίγουρα, αλλά το χαλί δεν ούρλιαζε, ούτε απαιτούσε τίποτα)), 5 άτομα μέσα στο τσιμεντένιο στάβλο, όπου δε χώραγε ούτε ένα ζευγάρι για να ζήσει άνετα, σε αυτό το τσιμεντένιο στάβλο, όπως και σε όλους τους τσιμεντόσταβλους της γειτονιάς, το καλοκαίρι μας σνόμπαρε, ο ήλιος μας θυμόταν πού και πού, και μας έκλανε λίγη ευλογία, με το πρωκτοσταγονόμετρο, με το ρέγουλο, και θαρρώ πως όντως δεν άξιζε σε κανένα μας το παραπάνω φως και η ζέστα που ξεχείλιζε παντού τριγύρω, ω ναι, η γειτονιά μας ήταν ένα μοσαϊκό από σπασμένο παρελθόν και αποτυχία, τα θραύσματα εκτοξεύονταν προς όλες τις κατευθύνσεις και μια φορά πιστεύω πως άκουσα τη γιαγιά μου να λέει πως μια παλιά της ανάμνηση, μια παλιά της ανάμνηση αποτυχίας, έφτασε μέχρι τον ουρανό και έξυσε το φεγγάρι στον αφαλό και το μάτωσε.

Δεξιά μας έμενε μια οικογένεια με 4 γκόμενες και έναν τύπο που διακινούσε ντρόγκια, είχαν και ένα πιτσιρικάκι που του έμαθαν να μιλάει μετά τα 4 και βάλε, μιας και δε του δινε κανείς σημασία, οι θηλυκιές γαμιόντουσαν και ο σέρνικος ξηγιότανε, αργότερα έφυγαν, ήρθαν άλλες οικογένειες που έφυγαν κι αυτές στο λεπτό, και το σπίτι λέγανε ότι είναι στοιχειωμένο, απέναντι από αυτό το σπίτι ήταν κολλημένα τα σπίτια του κυρ Θανάση και του κυρ Θόδωρα, γέρικες πούστρες, που μιλάγανε με το σεις και με το σας ((και που μου έριχναν νερό με το λάστιχο το καλοκαίρι όταν έμπαινα στην αυλή τους, απ' το σώμα ως το μαγιό, ιδιαίτερα στο μαγιό, που κόλλαγε πάνω μου και αυτοί προσποιούνταν ότι δε κοίταγαν το μικροσκοπικό μου τσουτσούνι που πετιόταν σα ρόγα σταφύλι ζαρωμένη μέσα απ' το βρεμμένο ένδυμα, μα τις πατούσες μου, όταν άφηνα πατημασιές στα πλακάκια, και μου έλεγαν με σκεπτικό ύφος, "χμμμ, έχεις πλατυποδία", κοιτώντας ακόμα το τσουτσούνι)), δίπλα τους έμενε ένα σμήνος γεροντοκόρες, 4-5 θα'τανε κι αυτές, σιχαμένες μάγισσες, είχαν έναν κήπο που φύτρωναν σκυλάκια και έναν μεγάλο κορμό δέντρου κομμένο, που χρησίμευε πλέον για σκαμνί, δεν ήθελα να πηγαίνω καν εκεί, έπαιρνα όμως το δρόμο αλάργα ευθεία δεξιά προς το ποτάμι, από κάτω απ' το ποτάμι έμεναν γύφτοι και άστεγοι και πρέζοι, μες το σκοτάδι, λίγο μεγαλύτερος, επιστρέφοντας από τη πόλη, τους έβλεπα να μισοπεθαίνουν, λεπτό με το λεπτό, είτε να μου γνέφουν απ' τα σκοτάδια, και έτρεχα, έτρεχα, έτρεχα προς το σπίτι, όχι, εκεί ακριβώς ήταν και το σπίτι με τον Θωμά, ή Κώστα ή Ζαχαρία, ο Θωμάς ή Κώστας ή Ζαχαρίας έφερνε βόλτα στη περιοχή κοπανιόντας το χέρι του στον αέρα και κοιτώντας μας με παραπονιάρικα, καθυστερημένα μάτια, μετά ούρλιαζε και έμπαινε στο σπίτι πάλι, με κάτι ανάμεσα σε βρυχηθμό και κλάμμα νεογέννητου παγωνιού, όλοι φταίγαμε χωρίς να ξέρουμε γιατί. Από τ'αριστερά, ανοίγονταν οι πολυκατοικίες, με γκρίζους, ανέραστους μικροαστούς, μίζερους, μίζερους επειδή δεν είχαν πλέον όνειρα για το πώς θα βγάλουν λεφτά, στη γωνία ζούσε μια λεσβία γύφτισσα με τα 3 παιδιά της, αντρογυναίκα, μπουκλωτό μαλλί, μούρη κατάμαυρη ναυτικού με γυαλιά, φορούσε δερμάτινα και καβαλούσε μηχανάρες, πήγαινε και γαμούσε μια τύπισσα απ' την πόλη και εκείνη της έδινε λεφτά, δίπλα της έμενε ο Γιάννης που γυρόφερνε δίχως σκοπό στη πόλη, αναζητώντας πρέζα, κόβωντάς την, ξαναρχίζοντάς την, μέχρι που μια μέρα τον βρήκανε στο σπίτι μουλιασμένο απ' την άλγεβρα της ανάγκης, απέναντι απ' τη γύφτισσα έμενε η κυρα Ντίνα με τα δυο παιδιά της, χωρισμένη, μια μέρα είχε σκάσει ολόκληρος στόλος από ναύτες σπίτι της και τη γαμήσανε ομαδικά, σπάζοντάς της και τα μούτρα στη συνέχεια, για λόγους που ποτέ δεν ενδιαφέρθηκα να μάθω, θυμάμαι να προσπαθούμε να παίξουμε με το συνομήλικο γιο της με τουβλάκια, και να μας κλείνει στο μπαλκόνι, κλείνοντας τη μπαλκονόπορτα από μέσα, για να γαμηθεί, οπότε πηδάγαμε απ' το μπαλκονάκι και φέρναμε βόλτα στη παραλία, κάθε καλοκαίρι, χαζεύαμε τα καλάμια και κοιτάγαμε τη θάλασσα, αναρωτόμενοι πού τελειώνει.

-Έχει μια μεγάλη τρύπα ευθεία πέρα, και χύνονται όλα τα νερά κει μέσα.
-Α ναι ε; Και πού πάνε μετά τα νερά;
-Πέφτουν στο κενό, στο διάστημα.

Έκανε να περιγράψει το σχήμα της γης και μιας πιθανής κουφάλας στην άκρη της με τα χέρια, έκανε κάτι σα περιστέρι.

-Βλέπεις;
-Και στο διάστημα τι κάνει το νερό;
-Το νερό κουβαλάει αλάτι. Και το αλάτι όταν μαζεύεται στο διάστημα πολύ, σιγά σιγά σχηματίζει πλανήτες!
-Αλήθεια;!
-Μα ναι!
-Θέλεις να φτιάξουμε το δικό μας πλανήτη;!
-Αμέ! Και πώς θα τον ονομάσουμε;
-Θα τον πούμε Εωσφόρο!
-Τι είναι "Εωσφόρος";
-Δε ξέρω, μα η γιαγιά μου έλεγε ότι τον είδε στο όνειρό της χτες το βράδυ, ήταν λέει κατάμαυρος και με μακριά μαλλιά!
-Ακούγεται ωραίος!
-Ναι!

Κείνο το καλοκαίρι το περάσαμε σκάβοντας στην άμμο μεγάλα λαγούμια, όσο πιο βαθιά μπορούσαμε, για να φτάσουμε στο διάστημα και να χύσουμε κει ένα μέρος της θάλασσας, και ο ήλιος μόνο τότε θα'λεγα πως μας έριξε όσες ακτίνες γουστάραμε, δίπλα απ' τα καλάμια, με την αλμύρα να μας σκάει στο πρόσωπο σαν τα πρωτοβρόχια.

-Ηλίας

A fairytale about slavery




Κοριτσάκι, κοριτσάκι ίσαμε χρονών τεσσάρων, το δέρμα κάνει δίπλες σε γόνατα κι αγκώνες, ζάχαρη κοκκινομάγουλη, περπατάς και στα μάτια σου πετάνε πεταλούδες.

Πού πας εκεί, μην πας από 'κει, κοίτα φεύγουν όλα τα χρώματα, όχι όχι, τι είναι αυτή η αλυσίδα στο ποδαράκι σου και ποιος είναι αυτός που την κρατάει;

Γιατί είναι γκρίζος;
Γιατί δεν έχει πρόσωπο;


Θα σε σκοτώσει.


Θα σου ρουφήξει το μαύρο απ' τις μπουκλίτσες σου και το μέλι απ' τα μάτια και το ροδί απ' τα μάγουλα και το πράσινο από το ωραίο σου το φορεματάκι και το βιολετί από τη λάμψη σου.


Μην πας μην πας μην πας


Ποια είναι αυτή που έρχεται κρυμμένη, εγώ την βλέπω, να εκεί είναι, πίσω από το μεγάλο δέντρο, εκείνο το γυμνό το γέρικο που τα κλαδιά του κρέμονται σαν τα χέρια της πανούκλας, και τι θέλει εδώ αυτή μήπως για σένα ήρθε;

Παραμονεύει, κι ο Γκριζο-Απρόσωπος αποκοιμιέται και τότε σε πλησιάζει στο βραχάκι που κάθεσαι, ασπρόμαυρο είναι κι αυτό κι έχεις ήδη αρχίσει να ξεθωριάζεις, πονάς, αγάπη μου;


Δροσοσταλίδες στα μάγουλα τα δάκρυα.


Πόσο καιρό είσαι χαμένη εδώ κάτω;
Πώς έγινε κι έχασες το δρόμο σου;
Πότε κατάλαβες ότι δε θα είσαι ποτέ ξανά ελεύθερη;


Να 'τη μπροστά σου στέκεται και βγάζει τη μαύρη κουκούλα, θύσανοι ξανθά μαλλιά χτυπάνε τον αέρα, μάτια λάμπουν με κάτι από ήλιο μέσα κι εσύ τυφλώνεσαι για λίγο και φοβάσαι-

-η παλάμη της στο πρόσωπό σου, Μόρα τη λένε κι ήρθε να σε γλιτώσει απ' τον Νεραϊδοφάγο, να σε πάρει μακριά και να σε λούσει κάτω απ' το τόξο το ουράνιο κι εκεί που θα πάτε θα κοιμάσαι σε κρεβάτι από σύννεφο και θα χορεύεις με πυγολαμπίδες, θες;


Θες και οι δροσοσταλίδες είναι χαρούμενες τώρα, κι αυτή βγάζει το δρεπάνι το ασημένιο – ΚΛΑΝΓΚ! - κεραυνός στη μέση της νύχτας κι αρχίζει να βρέχει, η αλυσίδα έχει σπάσει πια, το χέρι σου στο χέρι της, σφιχτά κι ιδρωμένα, μη φοβάσαι, σου λέει, πάμε.


ΠΑΜΕ.


Περπατάτε και γελάτε και κοιτιέστε στα μάτια, ήλιος κι άστρα, φωτιά κι αγάπη κι η βροχή σταμάτησε και βγήκε το ουράνιο τόξο, γέλα, μωρό μου, γέλα και παίξε με τα χρώματα, όλα δικά σου είναι – πάντα δικά σου ήταν – κοίτα, πάλι σε σένα ήρθαν.

Ανεβαίνεις στο συννεφάκι σου το παχύ σαν πρόβατο, γυρνάς και

με κοιτάς - για μια στιγμή μόνο-

Και φεύγεις.






(Ξυπνά ζαλισμένη κι αποχαυνωμένη και το μόνο που θυμάται είναι εκείνη η σουβλιά χαμηλά στην κοιλιά, οδυνηρή σαν κεραυνός και να βλέπει αστέρια από τον πόνο και αίμα, πολύ αίμα.
Τώρα δεν υπάρχει τίποτα απ' αυτά. Μόνο αυτό το γαμημένο το φως που την τυφλώνει.
Πού στο διάολο είναι;
Μια μορφή στα λευκά από πάνω της, θολή.
Η εικόνα ξεκαθαρίζει σιγά-σιγά. Άσπρη ρόμπα, φαλάκρα και γυαλιά.
Γιατρός.
“Λυπάμαι πολύ...” της λέει όσο πιο θλιμμένα μπορεί να του επιτρέψει η βάναυση ρουτίνα του. “Δεν μπορέσαμε να σώσουμε το παιδί.”
“Α.”
Αυτό σημαίνει ότι γλίτωσε την άμβλωση, που είχε κανονιστεί για το επόμενο πρωινό.

Κλείνει τα μάτια - χίλιες σκέψεις περνούν μπροστά της σαν ταινία.
Τα ξανανοίγει. Πανικός.



“Γιατρέ, τα βλέπω όλα ασπρόμαυρα.”)

Πέμπτη, 20 Μαΐου 2010

Blues Rain






Τόπος: Κομοτηνή, το μαγαζάκι το κλασικό, εκεί που πάνε όλοι οι indie
Soundtrack: Memphis Ma Rainy - Baby No. 10


Βρισκόμαστε για άλλη μια φορά στο μαγαζάκι το κλασικό, εκεί που συχνάζουν όλοι οι indie. Ο πρόλογος θα μπορούσε να θυμίζει κάποια ιστορία που έχει γραφτεί ή νομίζουμε πως έχει γραφτεί, ωστόσο εδώ δε μας απασχολούν τόσο τα indie ρομάντζα, οπότε η συνέχεια εξελίσσεται λίγο διαφορετικά.

Όχι. Το ενδιαφέρον μας σήμερα μονοπωλούν τα σύννεφα κι ο αέρας και η μουσική, μαύρα, άραχλα και δυνατά, που κατέβηκαν σαν σκοτεινή Αγία Τριάδα και μπλάβιασαν τη μικρή μας πόλη.

Ο ουρανός έχει μπουκώσει και ετοιμάζεται να ξεράσει το μελάνι που μάζεψε, θα βρέξει πολύ, θα βρέξει δυνατά, τρέχω, τρέχεις, τρέχουμε να βρούμε καταφύγιο, ευτυχώς έχουν μείνει τραπέζια άδεια, κάθομαι, λαχανιάζεις, μια κοπέλα παραδίπλα αναστενάζει με ανακούφιση, χαλαρώνουμε.

Στο μαγαζάκι ακούγονται μπλουζ, που βγαίνουν αργά και μπουκωμένα, σχεδόν σαν να γεννιούνται αυτή τη στιγμή, τα πρώτα μπλουζ του βουντού και του βαμβακιού, ατόφια, πριν τα περιλάβουν οι λευκοί και τα ηλεκτρίσουν, πριν γίνουν μόδα, μπλουζ που παραπέμπουν σε εποχές παλιές, τότε που τα τραγουδούσαν για να τα ακούσει κάποιος λόα και φέρει βροχή ή μια παλιά αγάπη.

Οι πρώτες στάλες πέφτουν και σύντομα η βροχή εξελίσσεται ανελέητα σε καταιγίδα. Οι παρέες που κάθονταν έξω χώνονται μέσα βιαστικά, και όλοι μαζί, σαν αποχαυνωμένοι, παρακολουθούμε τα τραπέζια να μαστιγώνονται ανελέητα από νερό και άνεμο, “κοίτα πώς πέφτουν οι σταγόνες στα ποτήρια!” αναφωνούμε κολλημένοι στο τζάμι, χωρίς να απευθυνόμαστε σε κανέναν συγκεκριμένα, αλλά όλο και κάποιο “ναι!” θα ακουστεί.

Οι μέχρι πρότινος ματιές αμηχανίας και τα ντροπαλά χαμόγελα, που ανταλλάσσονται συνήθως από γνωστούς – αγνώστους, εξαφανίζονται και δίνουν τη θέση τους σε χαρούμενα βλέμματα και γέλια, χωρίς ντροπή. Σαν να θυμόμαστε πως είμαστε όλοι άνθρωποι επειδή βρέχει, όπως τότε στο σχολείο που σύσσωμη η τάξη μαζευόταν στο παράθυρο επειδή άκουσε το θόρυβο ενός αεροπλάνου να πετάει και για λίγο ξεχνούσαν ποιος κορόιδευε ποιον, η βροχή μάς έχει βάλει όλους στην ίδια κατηγορία, δεν είμαστε πια -ίτες, -ικοί ή -άδες.
Η κοπέλα από δίπλα έχει σηκωθεί κι αυτή, αγγίζει το τζάμι και χαμογελάει αχνά.

Η βροχή συνεχίζει να πέφτει μανιασμένα, λυσσασμένα σχεδόν, έχει μετατρέψει τα φλιτζάνια σε μικρούς ωκεανούς και τα μπλουζ συνεχίζουν στη διαπασών, δεν είμαστε εδώ, στο indie μαγαζάκι, έχουμε μεταφερθεί σε μια άλλη Νέα Ορλεάνη, σε έναν άλλο κόσμο, και ο Μόμπου, ο λόα της καταιγίδας μάς στέλνει τα δώρα του, ένα ψηλό αγόρι αγκαλιάζει από πίσω την κοπέλα που αγγίζει το τζάμι, φιλιούνται, αργά, βαθιά, ζεστά, μάλλον η Ερζουλί άκουσε τις προσευχές της.

Κι όταν η βροχή σταματήσει, απότομα όπως άρχισε, κι ο ήλιος αρχίζει να παιχνιδίζει δειλά πίσω από τα σύννεφα, η ατμόσφαιρα φωτίζει αλλά τα χαμόγελα εξαφανίζονται και για λίγο το μόνο που ακούγεται είναι ξερόβηχας και “συγγνώμη, μπορώ να περάσω;” Οι παρέες επιστρέφουν στα τραπέζια τους και θυμούνται πάλι τα προβλήματα, τα κατορθώματα και τις ιδεολογίες τους, γινόμαστε πάλι άγνωστοι-γνωστοί και γνωστοί-άγνωστοι.

Το ζευγαράκι του τζαμιού χωρίζεται, αμήχανες ματιές υπόσχονται ότι θα τηλεφωνηθούν, κι η μουσική αλλάζει σε κάτι πιο indie, σημάδι πως ο Μόμπου και η Ερζουλί έφυγαν για άλλους κόσμους, όπου μάλλον οι άνθρωποι χαμογελούν λίγο περισσότερο.

To be a wordsmith... (aka disclaimer)

Για να συμμετάσχετε στο ιστολόγιο, το μόνο που χρειάζεται είναι να αγαπάτε τη μουσική και το γράψιμο, να ακούσετε ένα τραγούδι και να μεταφέρετε ό,τι σας βγάζει αυτό, εικόνες, σκέψεις, συναισθήματα κτλ σε μορφή αυτόνομης ιστορίας, ή spoken word, ή γενικά ενός λεκτικού ξερατού στο χαρτί (εντάξει, και στον επεξεργαστή κειμένου).

Κατόπιν βγάζετε φωνή σε εμάς, σάς προσθέτουμε στους wordsmiths με τη διεύθυνση του ιστολογίου σας ή της προσωπικής σας σελίδας, ανεβάζετε το post και... καλωσήρθατε και καλά να πάθετε.

Απαραίτητο για το ανέβασμα των κειμένων είναι το σάουντρακ, ή με λινκ στο youtube ή με όποιο άλλο τρόπο μπορούμε να ακούσουμε το τραγούδι.
Επίσης καλό θα ήταν, στις καταχωρήσεις που θα κάνετε, να γράφετε είδος μουσικής και όνομα αρθρογράφου, για να ψαχνόμαστε μεταξύ μας =)

Α, και ένα link για το blog αυτό στις προσωπικές σας σελίδες δε θα έβλαπτε. :P