"If a picture is worth a thousand words, a song is worth a million."

(Anon.)

Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2011


Μέσα στη πιο μακρινή Νύχτα που ποτέ δεν έζησες,
Μέσα στο πιο ευγενικό Πρωινό που δε σε χάιδεψε ποτέ,

μέσα απ' τη πιο μεγάλη Νύχτα και τη πιο μεγάλη Μέρα,

Σίγουρα θα αμφιβάλλεις, σίγουρα θα φοβάσαι και θα πονάς,
Σίγουρα θα είσαι Σίγουρος για όλα, σίγουρα θα γελάς και θα γλεντάς
και θα κραυγάζεις μέχρι τα πνευμόνια σου να μην αντέχουν άλλο:

Μισή Ζωή δε φτάνει.
Όλη η Ζωή δε φτάνει.
Καθόλου Ζωή δε φτάνει.

Τίποτα δε φτάνει.
Όλα μαζί δε φτάνουν.

Κυριακή, 5 Ιουνίου 2011

Ό,τι σε κάνει να ζεις




η Ιδέα του ότι Έχασες,
ο νους φέρνει βόλτες σε σκατόνερα,

δίπλα από λίγα βγαλμένα δόντια,
μια γαβάθα σκόνη,
κάτουρο σε γωνίες τοίχων,
πεποιθήσεις,
υποσχέσεις για ανάνηψη,


λίγο μακρύτερα,
κάπου μακρύτερα

κατοικοεδρεύει η ανάγκη,
κάπου μακρύτερα
θα υπάρχει μια φούχτα ανάσες,
θα υπάρχει μια υπόσχεση
καθώς
και ένας λόγος για να αναπνές,

είναι στιγμιαίο και φευγαλέο,
σχεδόν μηδαμινής υπόστασης,

μα θαρρώ πως δίχως αυτό,
ό,τι περπατάει στα δυο του πόδια

θα είχε γευτεί από νωρίς
τον τίτλο του
"αυτόχειρα"

Σάββατο, 21 Μαΐου 2011

ΣΙΓΟΥΡΑ!


υπάρχεις και όλα υπάρχουν και επίσης


όσα σε κάνουν να βλαστημάς
σε οδηγούν στο Θείο

και όσα σε προτρέπουν να κάνεις το σταυρό σου
σου ψιθυρίζουνε για υγρά κολπικά και όνειρα πούτσας

και επίσης

ΟΛΑ ΕΧΟΥΝ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΟΥΤΡΑ,

κάποτε τώρα και μετά,


κοίτα τον ίσκιο σου
κοίτα τι απαλά
ανέλπιστα ειλικρινά

όλα τα θεωρεί ίσκιο,

κάτω απ' το ίδιο γκριζομπλέ πέπλο,


κοίτα πώς

όλα είναι

ο ίσκιος σου.

κεχριμπαρένια
ήταν

τα χείλη της

και κεχριμπαρένια

τα μάτια της,

και επίσης πρέπει κανείς να αναφέρει
ότι το σώμα της έφερνε βόλτες
σα φλόγα από κερί

κερί παλιό,
κερί πιστό, αληθινό,
που έσβηνε με τα δεύτερα
που περνούσαν,


σκεφτόμουνα
μόνο λεωφόρους,
σκεφτόμουνα
ότι πρέπει να λάβω το ρόλο
του νεκρού ζώου, το ψοφίμι,

η γούνα η ματωμένη
με τα εντόσθια
σε παρέλαση

κάτω από έναν
ήλιο

που διακρίσεις
δε κάνει ποτέ:

όταν το παρακάνεις

θα έιμεθα εκεί

να σε χτυπάμε φιλικά στη πλάτη,

και να σου μπήγουμε τα δάχτυλα
μέσα στα μάτια

γελώντας κοροϊδευτικά.


Κανένας
δε λογίστηκε τι
τον έκανε

να χάσει μια
μάχη

της ζωής-
και αυτό τους έκανε όλους

γεμάτους
πίτουρα
οχλαγωγίας,

νεκρές ευχές

και κεριά να σβήνουνε
πριν καν
προλάβουνε να ανάψουνε.


ό,τι τον έκανε

να πιει στην υγεία της ζωής,

πλέον του έδειχνε
με τη στάση του,

ότι τίποτα δεν έμενε στέρεο,

τουλάχιστον όχι παραπάνω

απ' όσα του γεμίζουν
το στομάχι

με ψεύδη

και πανέμορφες,
υπέρλαμπρες

δικαιολογίες.

Πέμπτη, 5 Μαΐου 2011

Λίμνες μεταξύ γαλάζιου και σκατού




ερωτηματολόγια με συμπεράσματα
πριν καν κλείσεις ανοιγοκλείσεις τα μάτια,
κει για τη πάρτη σου, τη ντάγκλα σου
πριν από σένα πριν από πριν καν,

ας ταϊσουμε
το αυγό χυμένο
να το φάει
η κότα:

και ας πάνε όλα από κει και πέρα
το ίδιο ασήμαντα,
μες την Μολωχ-ο-Μηχανή μας.

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

Μασούρια


Στάθηκαν στην άκρη της
λεωφόρου,
η οποία και έμοιαζε να
πειραματίζεται με μάτια
από πορτοκαλί
και πορφυρένιες σιλουέτες
στο μισοσκόταδο,
στάθηκαν και παρατήρησαν
ο ένας τον άλλο:

αυτή είδε
έναν επιπόλαιο
τραμπούκο
που τα γαλάζια μάτια του
όσο κι αν γυάλιζαν
και φωτίζονταν παραπάνω, λες,
απ' τις σταγόνες τις βροχής,
δε μπορούσαν να κρύψουν τα σημάδια
εκείνα της πεποίθησής του
ότι το αύριο έχει ήδη πεθάνει
και μαζί του και εμείς.

αυτός είδε
μια γερασμένη νυφίτσα
παρφουμαρισμένη με
την ήττα και
μακιγιαρισμένη
με τα χρώματα του πολέμου,
ένα γέρικο σκαρί που
προσπαθούσε να προσφέρει σάρκα
λιωμένη στο κόσμο γύρω της,
για να κρύψει την ανάγκη της
να παύσει να αναπνέει.

δε μίλησε κανείς
και στη λεωφόρο τώρα πια
μόνο ανάσες γυροφέρνανε:
μα ύστερα κοίταξε ο καθείς τους
την αντανάκλασή του
στις λιμνούλες από νερό
που σχημάτιζε η βροχή στα πλακάκια
τα τσιμεντένια

αυτή είδε
ένα χάρτη από κακουχίες
και δρόμους και παραδρόμους
να μπλέκονται και να
σχηματίζουν εν τέλει κοντά
στο κούτελο,
το σύμβολο της αιωνιότητας

αυτός είδε
ουλές στα μάγουλα και στο πηγούνι,
χαρακιές στα δάχτυλα και
σημάδια από σβησμένα τσιγάρα στο στήθος,
μα παρ'ολ'αυτά,
η πλάτη του
δεν είχε ούτε το παραμικρό σημάδι,

καθώς ποτέ
δεν έτρεξε να φύγει
από καμία μάχη
σε αυτή τη ζωή.

Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2011

Το Περβόλι





Μια φορά κι έναν καιρό γεννήθηκε ένα τραγούδι. Ήταν, λένε, Ριζίτικο της Κρήτης. Αυτό το πήρε ένα πανεπιστήμιο, το έκαμε χορωδιακό, χωρίς όργανα (η συγγραφέας, δυστυχώς, δεν ξέρει λεπτομέρειες, δεν είναι επιστήμονας, απο δω κι απο κει μάζεψε κομμάτια της ιστορίας, εξάλλου δε χωρά επιστήμη στα παραμύθια) κι αγάπησε μια κοπέλα που την έλεγαν Ματίνα.

Η Ματίνα ήταν εικοσιένα κι έμοιαζε με ξωτικό. Είχε καστανόξανθα μαλλιά που έφταναν ως τη μέση της και φορύσε μακριά, πολύχρωμα φορέματα. Είχε ένα πρόσωπο λίγο αυθάδικο και περιπαικτικό, όπως έχουν όλα τα ξωτικά. Η Ματίνα αγαπούσε πολύ τη μουσική κι ερωτεύτηκε κι αυτή το τραγούδι.

Τα ξωτικά, όμως, δεν μπορούν να φάνε από τις σκανταλιές και τα δάση. Η Ματίνα έπρεπε να φάει. Οπότε, ντύθηκε άνθρωπος και βρήκε δουλειά σε ένα ωδείο. Θα δούλευε με παιδάκια και θα τους μάθαινε παραδοσιακά τραγούδια.

Τους έμαθε πολλά τραγούδια μέχρι να τους παρουσιάσει τον διαλεχτό της, το “Περβόλι”.: το “Παντρεύουνε τον Κάβουρα”, τον “Τσιρτσιλιάγκο”, το “Πιδί μ' σαν θελ΄τς να παντριφτίς”. Τα παιδιά είχαν ήδη εξασκήσει αρκετά τη φωνή τους – όλα τα παραδοσιακά είναι πολύ δύσκολα να τα πεις, έχουν γυρίσματα εκεί που θαρρείς πως είναι ισιάδα, σε πάνε και σε φέρνουνε, κι ουαί κι αλίμονό σου αν κάνεις φαλτσαδούρα. Θα τα σκοτώσεις. Και το Περβόλι, όσο όμορφο ήτανε, άλλη τόση δυσκολία είχε.

Το πήραν τα παιδάκια κι ευθύς άρχισαν να το μελετάνε. Παρά τη δυσκολία του, ήτανε πιο όμορφο από τα άλλα τραγούδια. Ακόμα κι αυτά το καταλάβαιναν, ένιωθαν ότι είχε κάτι ξεχωριστό. Ήταν πολύ μικρά, όμως, για να καταλάβουν από έρωτα ακόμα. Εδω δεν είχαν καλά-καλά καταλάβει ότι η δασκάλα τους ήταν ανεράιδα.

Όχι πως κι αυτή τα βοηθούσε πολύ. Συνέχεια τα πείραζε και τα μάλωνε:
-Μαρία, πιο ψηλά!
-Ζωίτσα, πιο χαμηλά!
-Ορέστη, παίρνε σωστές αναπνοές!
-Δανάη, μη ρυτιδιάζεις!

Κι έσκαγαν τα παιδάκια να πολεμήσουν το φάλτσο, τις αναπνοές, τα ρυτιδιάσματα. Ίδρωναν, ξεϊδρωναν, αγκομαχούσανε, παλεύανε.

Στο τέλος το βγάλανε.

Βγήκαν στη συναυλία και το είπανε. Η συναυλία δεν είχε όργανα, ήτανε μόνα τους, καμιά εικοσαριά στόματα. Το τραγούδι όμως βγήκε σαν να το ξεστόμιζε ενα, σαν να 'βραζε η γης και να 'τρεμε κι έκανε ένα ΜΠΑΦ! και ξεπήδησε μια πηγούλα γάργαρη, κελαρυστή, γεμάτη ζωή.

Κι όσοι μεγάλοι ήταν εκεί, δάκρυσαν.

Τα παιδάκια δεν κατάλαβαν γιατί δάκρυσαν οι μεγάλοι· δεν τους είχαν συνηθίσει να κάνουν τέτοια καμώματα και ένιωσαν άβολα. Μετά τη συναυλία πήρε το καθένα τους γονείς από το χέρι και τους πήγε βόλτα. Ένιωθαν ανακουφισμένα γιατί η συναυλία είχε τελειώσει και η περίεργη κυρία Ματίνα δε θα τα πείραζε άλλο, μιας και είχε τελειώσει η χρονιά.

Ήρθε ο Σεπτέμβρης και τα παιδιά αποφάσισαν πως δε θέλουν άλλα παραδοσιακά τραγούδια. Άρχισαν να κάνουν άλλα πράγματα. Ο χρόνος πέρασε και μεγάλωσαν χωρίς καλά-καλά να το καταλάβουν. Σιγά-σιγά έγιναν κι αυτοί μεγάλοι.

Μια μέρα ένα από αυτά τα παιδιά έχαψνε τραγούδια στο youtube. Ήξερε ότι εκεί ζουν άναρχα πολλά τραγούδια και σε περιμένουν να τα ανακαλύψεις. Τραγούδι στο τραγούδι, το παιδί έπεσε πάνω στο Περβόλι.

Στην αρχή ένιωσε ένα πόνο στο λαρύγγι, ένα φάλτσο, ένα ρυτίδιασμα. Αλλά τα έδιωξε γρήγορα· ήταν πια, βλέπετε, μεγάλο. Πάτησε το “play” και το παιδί κατάλαβε γιατί είχαν δακρύσει τότε στη συναυλία οι μεγάλοι.

Και άφησε την τρυφερότητα να του σκουπίσει τα μάτια.


Για ειδές περβόλι όμορφο,
για ειδές κατάκρυα βρύση, στο περβόλι μας
στ' ώριο περβόλι μας, τ' όμορφο.

Κι όσα δεντρά έπεψεν ο Θιός
όλα είναι φυτεμένα, στο περιβόλι μας
στο ώριο περβόλι μας, τ' όμορφο.

Κι' όσα πουλιά έπεψεν ο θιός
μέσα 'ναι φωλεμένα στο περιβόλι
μας
στ' ώριο περβόλι μας, τ' όμορφο.

Μέσα σ’ εκείνα τα πουλιά
ευρέθ’ ένα παγώνι
ω το παγώνι μας τ' όμορφο
και χτίζει τη φωλίτσαν του
σε μιάς μηλιάς κλωνάρι,
στο περβόλι μας,
στ’ ώριο περβόλι μας τ’ όμορφο.


(Όσο για την κυρία Ματίνα, κανείς δεν ξέρει τι απέγινε. Το παιδί δεν μπόρεσε να την βρει στο άναρχο κυκεώνα πληροφοριών που λέγεται Internet. Καλύτερα, γιατί τα ξωτικά δεν μπορούνε να στριμωχτούνε σε bits και bytes. Φαντάζεται, ό0μως, ότι μετά εκείνη τη συναυλία το Περβόλι μεταμορφώθηκε σε ένα πανέμορφο νέο και χάθηκαν μαζί από ανθρώπων μάτια.)

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2011

Υπόσχεση




A little Madness in the Spring
Is wholesome even for the King,
 But God be with the Clown -- 
Who ponders this tremendous scene -- 
This whole Experiment of Green -- 
As if it were his own!
(Emily Dickinson)

Ήρθε πάλι στην ώρα της, Εγγλέζα με πάθος Ισπανίδας και γέλιο παγκόσμιο. Το μοναδικό πράγμα σ' αυτή τη Γη που κρατά τις υποσχέσεις του, ερχόμενη σταθερά κάθε χρόνο, 21 του Μάρτη, παγανιστικά σχεδόν, και φέρνει μαζί της μια ώρα ακόμα ήλιο, κλαδιά που ξυπνάνε, μάτια που ανοίγουν και γίνονται φύλλα, ταξιδιάρικα πουλιά, ζώα που γεννιούνται κι ανθρώπους που ερωτεύονται.

Είναι μυστήρια η Άνοιξη, το μόνο θηλυκό παιδί του Χρόνου. Κάποτε ήταν Θεά, έβραζε, έκανε έρωτα, γεννούσε. Μετά, στα χρόνια της Επιστήμης, υποβιβάστηκε σε μια τρίμηνη χρονική περίοδο, μια Εποχή. Στα χρόνια τα δικά μας, αυτά του χαμού, που ακόμα κι οι εποχές οι ίδιες περιπλέκονται και τείνουν να εκμηδενιστούν η μια μέσα στην άλλη σε μια μπερδεμένη περιβαλλοντική παρτούζα, η Άνοιξη έχει γίνει πια κάτι άλλο. Κάτι σχεδόν ονειρικό, αιθέριο μα τόσο στέρεο, αν σκύψεις και δεις τα θαύματα που συντελούνται στο νοτισμένο χώμα κάτω απ' τα πόδια σου: μια Υπόσχεση.

Ευτυχώς, κρατιέται ακόμα, παρά την κακοποίηση και τον ορθολογισμό. Κρατιέται και φέρνει μαζί της κι άλλες υποσχέσεις. Τις δικές της, τις κρατάει. Τις άλλες, αυτές που κάνουν οι άνθρωποι, μεθυσμένοι απ' τ' άρωμά της, είναι στα δικό μας χέρι να τις κρατήσουμε.

Ήρθε.
Βγες από τη χειμερία νάρκη σου, περπάτα να ξεμουδιάσεις τα αγκυλωμένα μέλη σου.
Ξεμαντρώσου, ο χειμώνας έφυγε κι οι λύκοι κρύφτηκαν πάλι στο δάσος.
Μέθα δροσοσταλίδες και τραγούδα ανόητα. Είναι η εποχή των Τρελών κι η Αυτοκράτειρα περιμένει να ακουμπήσεις στα γόνατά της και να χαϊδέψει τα μαλλιά σου τρυφερά.

Ανοιξιάτικο σάουντρακ:

  1. Electrelane – The Valleys
  2. Laibach – Across the Universe
  3. Claire Pichet - Rue des Cascades
  4. Vashti Bunyan – Train Song
  5. Judy Bridgewater – Never Let me Go
  6. Interstellar Overdrive – Music to Swim In

    Παρασκευή, 18 Φεβρουαρίου 2011

    Ο Χώρος



    "Θα το κόψω όλα και θα είμαι εδώ για τα πάντα και για όλα ταυτόχρονα"
    "Δε θα κόψεις μηδέν, τίποτα"

    Πέντε τοίχοι ο ένας δίπλα στον άλλο
    και δέκα μουστάκια μούρες αξύριστες να σκουπίζουν υγρασία απ' το στόμα
    και την υγρασία να τη ρουφάνε τα μανίκια και μετά το ρούχο και κατ' επέκτασην η ατμόσφαιρα,

    ξύλο να'χει το γραφείο, από ξύλο να'ναι φτιαγμένο
    και πάνω του να'χει κατι ταγκιές,
    και από δίπλα που'ναι ο υπολογιστής
    πάνω στη κεντρική μονάδα να'χει σημειωμένες μαλακίες
    που κανείς δε θυμάται ακριβώς τι σημαίνουν πλέον,
    διαβάζω: ¨Balls spinning like horny dervishes", "Whiskey Priest", "Roy Keane", "Rosco Holcomb Little Birdie", "Nerea Izango sen Jaimina Joston", "o42, 043, 044, 045, 046, 047, 050, 051, 052", "Merkin", "Breschau", "Actaeon", "η", "το", "βρακι", "554-482-δηλαδή 483", "όποτε ξυπνη να πααα τηλ γενεθλ".

    Πλάκα έχει, σε μερικά θυμάμαι πάνω κάτω μα όχι ακριβώς με τι έχουν να κάνουν, σε άλλα, απλά αράζω στη καρέκλα και αισθάνομαι λες και παίζω στο "Memento".

    Τετάρτη, 9 Φεβρουαρίου 2011

    Περί Μούσας




    τη λέγαν Μαργαρίτα και δεν υπήρχε, ουδέποτε υπήρξε στη πραγματικότητα, μα την έβλεπα με το μυαλό μου να είναι πανέμορφη και να τρέχει στη παραλία γυμνή, και ερεθιζόμουνα σωματικώς και πνευματικώς να παρατηρώ την απόχρωση του δέρματός της την πορτοκαλιά και το φτιαγμένο από κάποια αρχαία διάνοια σώμα της να λικνίζεται στην άμμο

    της έφτιανα και τραγουδάκια συχνά-πυκνά, ήταν άτεχνα και άτσαλα μα τα μουρμούριζα πάντα με χαμόγελο, και ντροπή μήπως και με ακούσει, τα τραγουδάκια πήγαιναν όλα κάπως έτσι: "Μαργα-ρί-τα, Μαργα-ρί-τα, κοί-ταξε-με δυο λεπ-τά ακόμα, Μαργαρίτα-Μαργαρίτα, δάκρυ-μες-το-χώμα" και αντιλαμβανόμουνα το παιδιάστικο της υπόθεσης μα δε με ένοιαζε, καθώς ήμουν ακόμα παιδί ούτως ή άλλως

    τελευταία φορά που τσέκαρα, πάντως, την είδα τη Μαργαρίτα λιωμένη απ' τη 'ζα, να προσπαθεί να βουτήξει κάτι ψίχουλα από κάτι χοντρά περιστέρια στη πλατεία, δίχως μάτια και δίχως χείλη, να μη κατανοεί τίποτα, να μη χρειάζεται τίποτα

    περπάτησα αργά μακριά από δαύτην, και σιγομουρμούρησα κάτι του στυλ: "Μαργαρίτα, Μαργαρίτα, σάλτα και πηδήξου", μη ξέροντας αν είχα ανακουφιστεί ή όχι.

    Παρασκευή, 4 Φεβρουαρίου 2011

    Σημειώσεις από μια σούρα



    -Έχασες τα κίνητρά σου, μαλάκα
    -Συγγνώμη;

    σιχαινόμουνα τη φάτσα του. ήταν ασπρουλιάρικη και ξεδοντιάρικη και τη φιλοξενούσε ένα κοντόχτρου διαμετρήματος κωλόσωμα- μα ο χαρακτήρας του ήταν χειρότερος.

    -Είπα: έχασες τα κίνητρά σου. Ή καλύτερα: τα έχεσες, δε τα' χασες. Τα' χεσες.
    -Ω, σταμάτα πια.
    -Μη μου λες τι να κάνω.

    τα μάτια του ήταν δυο πινέζες στο απέραντο μαύρο του Όλου μα και πάλι όταν θύμωνε, οι κόρες του έλαμπαν σα τις δυνατότερες φλόγες τις προμηθεϊκές που εμφανίστηκαν ποτέ. Ψιλοφοβήθηκα, όπως πάντα.

    -Δέκα σκαλοπάτια είσαι, ακούς; Δέκα. Ούτε καν εκατό. Δέκα! Γι'αυτό, βούλω και άκου.
    -Δε μπορείς να μου μιλάς έτσι, ξες...
    -Χα! Μπορώ να κάνω τα πάντα!

    Κάπου κει σκέφτηκα το αδιανόητο- να ρωτήσω ποιος είναι. Με τυρρανούσε χρόνια και ένιωσα ότι έπρεπε να μάθω. Μια σκέψη που γέννησε τον εαυτό της εκείνα τα δεύτερα, πραγματικά- δε ξέρω γιατί δε το σκέφτηκα νωρίτερα, μα ξέρω. αυτός χαμογέλασε, μου φανέρωσε κάτι σπασμένους κυνόδοντες και ψιθύρισε πως

    -Είμαι αυτός που γαμάει τα αστέρια και αυτός που γαμάει τους ωκεανούς, είμαι το υπόγειο με τα πιράνχας που ψοφάνε από έλλειψη οξυγόνου, καθώς και το βουνό με το πακέτο από κρανία, το δέντρο-Χριστός που έλκεται από το μουνί του φεγγαριού, είμαι το τσιγάρο σου καιε είμαι η μάνα σου που σε κοπάναγε χαστούκια όταν ήσουν μωρό!

    ηρέμησα και άναψα ένα τσιγάρο.
    επιτέλους κατάλαβα.
    ο τύπος ήταν ακίνδυνος.

    Κυριακή, 16 Ιανουαρίου 2011

    Ιερουσαλήμ



    Δεν είσαι τίποτα.


    και ποτέ δε θα είσαι κάτι παραπάνω
    απ' όσα φαντάστηκες
    ότι δήθεν, ξιπασμένα, θα' σουν.


    στον ίδιο ρόλο:
    ας τραγουδήσουμε όλοι μαζί στρατιές
    το γνωστό σκοπό που μας μάθανε
    από τότε που πεταχτήκαμε ο καθείς
    από διαφορετικά μουνιά
    και αναγκαστήκαμε να βιώσουμε το Κόσμο-

    "Η Γέφυρα-του Λονδίνου-
    Πέφτει χαμου-πέφτει χάμου-
    και συ απλά κοιτάς-
    απλά κοιτάς- απλά κοιτάς-
    τα ανοιγμένα-τα κεφάλια-
    και τα πνιγμένα-μάτια τα πνιγμένα"

    κανένας λόγος να συνεχίσει κανείς να κάνει,
    να φτιάνει, να ποιεί, αν
    το καλοσκεφτείς.

    ό,τι και να'χεις στο κεφάλι
    ή στη τσέπη,
    όταν σε καλέσει η Ανάγκη να φτιάσεις,
    θα το κάνεις
    αν σε καλέσει
    αν σε καλέσει.

    και τότε όλα μοιάζουν
    υπέροχα για λίγα δεύτερα

    όχι παραπάνω.

    Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2011

    Ελευθερες σκεψεις (; )



    μια αλλαγή


    και πάει λέγοντας.


    "Εδώ
    κι εκεί
    και είμαστε όλοι μαζί σας"


    τι να
    πιστέψεις;


    όταν τελειώνει
    ο Χρονος

    απλά,
    γίνεται
    ό,τι γίνεται

    τι έχεις ερωτευτεί;
    μια κατάσταση
    μια ενέργεια
    ένα καρμπόν

    (("ερωτευτηκες
    ένα καρμπόν"))

    τελειωνει ο χώρος
    τελειώνει
    ΜΗΔΕΝΙΖΕΤΑΙ Ο ΧΩΡΟΣ


    ΣΚΑΤΑ ΓΙΝΕΤΑΙ!

    μια χαράδρα από
    κουτιά χάρτινα,
    και κουράδια παντού,
    σε χαρτιά, πόλεις δήθεν πόλεις πάειλέγοντας-

    μια χαράδρα.

    ΌΛΟΙ
    ΨΟΦΑΜΕ.
    ΟΛΟΙ
    ΓΑΜΗΜΕΝΑ
    ΨΟΦΑΜΕ.

    άντε μωρέ.
    εδώ;

    μπα.

    ΑΛΛΟΥ!

    Παρασκευή, 7 Ιανουαρίου 2011

    Τα Φωσφορίζοντα Γκαρσόνια της Βηθλεέμ



    Με πλησίασαν, ενώ
    ήμουν γερμένος ανάσκελα και
    τα χείλη τα'χα ξεραμένα και η μύτη έτρεχε αίμα,
    ρούφαγα τις τελευταίες μπύρες της βραδιάς
    και με πλησίασαν τότε, στο τελικό Ναυάγιο της Νυχτιάς μου,
    ήτανε δύο και ήτανε πασαλειμένοι με τα χρώματα του Πολέμου,
    και ήτανε επίσης Άγγελοι, Άγγελοι εξολοθρευτές,
    έτσι λέγανε τουλάχιστον.

    Μου πήραν το ποτήρι,
    καβάτζωσαν ένα μπουκάλι μαυροδάφνη,
    (όχι δικό μου, της γκόμενάς μου,
    απεχθάνομαι τη μαυροδάφνη, όπως
    και τα περισσότερα κρασιά)
    και το ύψωσαν πάνω απ' το ποτήρι μου.

    Τους αγνάντεψα λίγο:
    ωραία παληκάρια, το δίχως άλλο
    αλαβάστρινα και λαμπερά,
    μα δε γουστάρω αλκοολονταβατζηλίκια.

    -Λοιπόν παιδιά. Ήρεμα.
    -Είμαστε οι Άγγελοι.
    -Ναι, ναι, βεβαίως...

    Δεν ήθελα να τους δείξω ότι είχα σαστίσει.
    Δεν είχα σαστίσει.

    -Τι είδους Άγγελοι, ρε μάγκες, είστε; Αν επιτρέπεται.
    -Χερουβείμ.
    -Χμ; Αυτά τα απεικονίζανε σα βρέφη με πάνες και φτερά, μα στη πραγματικότητα, ήτανε με τρία κεφάλια, ένα λιονταριού, ένα ανθρώπου και...
    -Σιωπή!

    Η φωνή του ενός αντήχησε στο δωμάτιο.
    Ο άλλος δε μίλαγε καθόλου, κοίταγε μόνο με μάτια καθηγητή, εργοδότη, γονέα.
    Αποφάσισα να πάω με τα νερά τους.

    -Και τι θέτε, ας πούμε;
    -Θα σου γεμίσουμε το ποτήρι.

    Υπέροχα.
    Οι φανταχτεροί Σερβιτόροι του Παραδείσου,
    τα Φωσφορίζοντα Γκαρσόνια της Βηθλεέμ!
    Ένα όνειρο βγαίνει αληθινό-
    μα κάτσε,
    γεννήθηκα δύσπιστο γουμάρι.

    -Ποια είναι η παγίδα; Το κόλπο;
    -Θα μας πεις πώς θες το ποτήρι.
    -Συγγνώμη;
    -Μισοάδειο ή Μισογεμάτο;
    -Με μπερδέψατε.
    -Απάντησε.
    -Ώχου. Μισό λεπτό. Δε καταλαβαίνω.
    -Απάντησε.
    -Ναι, ωραία. Ξέρωγω. Βάλτο ως εδώ.

    Του' δειξα με το δάχτυλο σε ένα σημείο του ποτηριού.
    Ο Άγγελος το γέμισε ακριβώς ως εκεί,
    ούτε τρούχα παραπάνω.
    Στη συνέχεια, ρώτησε:

    -Λοιπόν;
    -Τι λοιπόν;
    -Είναι Μισοάδειο, ή Μισογεμάτο;
    -Κοίτα...
    -Είναι Μισοάδειο, ή Μισογεμάτο;
    -Περίμενε λίγο, εγώ...
    -Είναι Μισοάδειο; Ή Μισογεμάτο;

    Βαρέθηκα τους καριόληδες-
    κάθε μέρα, σε ό,τι και να θε να κάνεις, απ' το να κονομήσεις ένα βασικό παρά για να συνεχίσεις να αναπνές, ως το να αγοράσεις ένα απλό γαμημένο πακέτο τσιγάρα, είσαι αναγκασμένος να συναντάς καριόληδες-
    ώστε έπρεπε και τα Ουράνια να είναι
    τιγκαρισμένα, πήχτρα από δαύτους;

    Σήκωσα το ποτήρι
    και ήπια το κρασί σφηνάκι.
    Στράφηκα προς αυτούς:

    -Το λοιπόν, το ποτήρι, παιδιά μου όμορφα, είναι άδειο.

    Οι Άγγελοι έμειναν να με κοιτάνε για λίγα λεπτά, ανέκφραστοι-
    μετά ένας εκωφαντικός ήχος ακούστηκε απ' το πουθενά,
    σα καραμούζα φάλτσα,
    και οι Άγγελοι έγιναν καπνός.

    Πήρα τη μαυροδάφνι το μπουκάλι,
    την έχωσα όσο πιο βαθιά γινόταν στο ντουλάπι,
    και μετά το κλείδωσα.

    Συνέχισα να πίνω μόνος,
    ελπίζοντας πως οι Διάολοι που
    κατα πάσα πιθανότητα θα σκάγαν μύτη αύριο βράδυ,
    θα' τανε λιγότερο καριόληδες
    από δαύτους τους
    σημερινούς.

    Ζωγραφική/ Οράματα



    3-4 φιγούρες:
    *ο Χριστός-Κτήνος με τα πόδια του Γερακιού,
    το Ένα φτερό το θεϊκό και το Ένα μάτι το ανθρώπινο/
    *ο Μολώχ με το τεράστιο κεφάλι,
    το τεράστιο στόμα τίγκα στους κυνόδοντους, τα άπειρα αντρικά χέρια,
    και ένα μεγάλο Μουνί στο στομάχι, φλογισμένο,
    να καταπίνει τα βρέφη-θυσίες/
    *η Ανίμα και ο Άνιμους, απ' τη μία γυναίκα παχιά και άσχημη,
    όπως η Πρωτόγονη, Φυσική Ομορφιά, η Πρώτη Ομορφιά που Υπήρξε,
    να τη στέφει το φεγγάρι- από δίπλα ένα πεόμορφο πλάσμα,
    με στόμα τρούπα που δίχως πάτο καταπίνει γαλαξίες, τριγυρισμένος
    από ψωλές, ψωλές, ψωλές, και ένα καβούκι σαλιγκαριού που
    φτύνει πίσσα και χύσια/
    *μια ανώνυμη φιγούρα που δε τη γνωρίζω, σα προτομή, άγαλμα Πολιτισμού άγνωστου,
    να μασουλάει νεογνά με σαγόνια ανάγκης, να καβαλάει νέφη
    και να κλάνει οχιές και κόμπρες.

    Μετά:
    *βότκα και συμπάθεια,
    *ο Ντοστογιέβσκι να λαμβάνει με χαρά περίσσια το καρφί το σκουριασμένο του Μάρτυρα, ακριβώς στο κέντρο του κούτελου, της γκλάβας του,
    *Το μικροσκοπικό κυπαρίσσι να χτυπάει σα καρδιά αθώα ορφανού
    (το ΤΩΡΑ)
    και το τιτάνιο δέντρο Ιησούς-Αλλάχ σε παρτούζα
    (το δήθεν ΠΡΙΝ και ΜΕΤΑ),
    αυτά τα δυο να φυτρώνουν στη πραγματικότητα το ένα δίπλα απ' το άλλο,
    και το τιτάνιο δέντρο Ιησούς-Αλλάχ να προσπαθεί μάταια
    να τραγανίσει με παμφάγες ορέξεις το κυπαρίσσι
    *Και στο τέλος
    (του ΤΩΡΑ, ΠΡΙΝ και ΜΕΤΑ;)
    ένα δέντρο που φυτρώνει ανάποδα,
    οι ρίζες στον ουρανό, να καταλήγουν σε μια σπονδυλική στήλη,
    σε κομμάτια μοιρασμένη, σε μερίδες,
    και ένα κρανίο σπασμένο να αιωρείται στη κορυφή.

    Τριγύρω του: καρφιά και αγκάθια.


    (ο Μολώχ σα το μείγμα του σέρνικου και θηλυκού στοιχείου του συλλογικού υποσυνείδητου, η θυσία, η βία και το αίμα στο ενδιάμεσο ενός Κενού που όλοι γεννάμε μέρα με τη μέρα και το ονοματίζουμε: πίστη, οικογένεια, δουλειά/καριέρα, και πάει λέγοντας)

    Τετάρτη, 5 Ιανουαρίου 2011

    Μια φορά στη Καλλιτεχνική Αποτυχία



    μια φορά, κάποτε, ήμουνα πολύ φιλικά προσκείμενος στο οτιδήποτε θα σκαρώνανε οι συνάδελφοι εις τη σχολή Καλλιτεχνικής Αποτυχίας, όπου φοιτούσαμε όλοι μαζί. Αλήθεια λέω, δε με ένοιαζε τίποτα απολύτως, ήταν η περίοδος που θεωρούσα τον οποιοδήποτε, όποιος και να'τανε, ό,τι και να φτιανε, κατά πολύ καλύτερο απ' την αφεντιά μου. Όλοι το περνάμε αυτό κάποια στιγμή- είναι ανθρώπινο και είναι υγιές. Υγιές...δε ξέρω αν είναι απολύτως, μα είναι ανθρώπινο όπως και να το κάνεις.

    Εν πάσει περιπτώσει, η καλή θέληση υπήρχε, και μάλιστα στο μάξιμουμ. Εκείνη τη περίοδο, είχα πέσει σε καλλιτεχνική λούμπα βαρβάτη, όπως και αρκετοί γνωστοί/φίλοι μου. Ξέτε, κείνη τη φάση που ό,τι και αν φτύσεις οπουδήποτε, όσο καλό ή κακό και αν είναι, συ πιστεύεις ότι έχεις κάνει αμάρτημα- ντρέπεσαι, κοκκινίζεις, αν το'χεις δίπλα σου το σκίζεις κιόλα- και ένας Αλλαχόβουδας ξέρει μόνο πόσα έργα καταστράφηκαν έτσι τότε. Είναι η περίοδος που πιστεύεις ότι είσαι το Κουράδι του Σύμπαντος, το Σκατό της Οικουμένης- άρα, όλοι όσοι θα επιδείξουν την ελάχιστη προσπάθεια, ασχέτως του αν εσύ δουλεύεις απ' το πρωί ως το βράδυ και αυτοί μια φορά τη βδομάδα, ε, αυτοί θα είναι οι νέοι Μεσσίες, οι νέοι Καλλιτέχναι.

    Στριφογύρναγα στη Σχολή δίχως σκοπό- ήμουν το σκουπίδι και προσπαθούσα να λάβω έμπνευση απ' το οτιδήποτε, το Οτιδήποτε δηλαδής τότε ήτανε χίλιοι μεγατόνοι έμπνευσης μπρος στο ό,τι προσπαθούσα να παράγω- άρα, είπα να λάβω, αν μπορέσω, λίγα ερεθίσματα από δαύτους. Τους Γαμιάδες, τους Υπέροχους- έτσι ακουγότανε άλλωστε για καιρό στη Σχολή καλλιτεχνικής Αποτυχίας για δαύτους.

    Διέσχιζα τα βρώμικα πατώματα με γόπες, τις σκάλες τις βαμμένες, πέρασα το καψιμί των Ιδεών- είχα ακούσει ότι δαύτες μέρες είχανε όλοι βάλει έργα εδώ κι εκεί, σκορπισμένα στο κτήριο. Περίμενα πώς και πώς. Όλοι όσοι είχαμε φάει το ίδιο βόλι μαλακίας, το περιμέναμε, δηλαδή. Έπρεπε να δούμε- να ΝΙΩΣΟΥΜΕ. Ήτανε ό,τι θα μας κράταγε ενεργούς για το μέλλον.

    Στην αρχή είδα μια μάλλινη μαύρη αράχνη, να κρέμεται απ' το ταβάνι. Την παρατήρησα καλά. Δεν είχε δοθεί η απαραίτητη φροντίδα στη κατασκευή- αντί για αράχνη, έμοιαζε με δυο παπάρια τριχωτά απ' τα οποία εξέχανε 5-6 ποδάρια. Προβληματίστηκα. Το βλέμμα μου έπεσε σε μια επιχρυσωμένη πινακίδα στις σκάλες από κάτω: η πινακίδα έγραφε, "Αυτή η αράχνη είναι ο προστάτης της Σχολής! Όσοι έρχονται εδώ με συναδελφική αλληλεγγύη, θα τους προστατεύει και θα τους προσέχει, όσοι έρχονται με δόλο, θα τους κυνηγάει μακριά". Ή κάτι παρόμοια αστείο. Σκέφτηκα, μα, γαμώτο, πώς γίνεται αυτά τα δυο αρχίδια με πίσσα και τριχοφυία να πείσουν για αράχνη; Και ποιος θα κρίνει την αλληλεγγύη και το δόλο; Αν πιστεύω ότι αντί για αράχνη, φτιάχτηκαν δυο όρχεις τίγκα στη τρούχα, δηλαδή, αν πω για το πόσο απαίσιοι είναι αυτό το πράγμα που κρέμεται πάνω απ' τα κεφάλια μας, τι θα είναι απ' τα δύο; Αλληλεγγύη ή δόλος;

    Κούνησα το κεφάλι μου δυνατά, δεν επέτρεπα τέτοιες σκέψεις τότε στον εαυτό μου. Με έπεισα πως δε θα πρεπε να κρίνω αρνητικά γενικότερα, για ένα και μόνο ατόπημα, ένα πράγμα που θεωρούσα εγώ ατόπημα. Προχώρησα και είδα το εργαστήρι διακοσμητικής. Η καθηγήτρια, λοιπόν, τους είχε παρουσιάσει μια σειρά έργα με υλικά περίεργα, μεταξύ των οποίων, και γλυπτά/έργα από σοκολάτα. Κάποιος είχε τη φαεινή ιδέα, για εργασία, να φτιάξει ένα ψευτογλυπτό από σοκολάτα. Και λιγάκι κακότεχνο, να πω την αμαρτία μου τώρα- τότε δε το σκέφτηκα έτσι. Κάτι γνωστοί, μέσα στις μαστουροληγούρες, το κοίταγαν με μάτια-πινέζες: και γιατί να μη το φας; Τίποτα ιδιαίτερο δε γεννοβολάει δαύτη μαλακία.

    Συνέχισα δίχως να ακούω τις κακόβουλες φωνές της κριτικής που βαρούσαν τρακατρούκες στη γκλάβα μου. Μα δε μπορεί- ήμουνα, ήμασταν τα κουράδια του σύμπαντος! Τι γίνεται; Διατί δε μπορώ να νιώσω δέος, τώρα, ψυχαναγκαστικά, που το νιώθω, απ' τα έργα μεγάλης βαρύτητας που μου λέγαν ότι θα δω;
    Πιο πέρα, κάποιος έκανε performance. Μάλιστα, για να δούμε- το "performance" σπανίως πετυχαίνει γενικώς, μα, σκέφτηκα, αν κάποιος απ' τους τόσο φωτισμένους καλλιτέχνες το τολμάει σήμερα, ε, του πούστη, θα τα'χει όλα υπολογισμένα, και σαφώς, το θέαμα θα μας κάνει να ζεσταθούμε, στις καρδιές μας. Πήγα προς τα κει.

    Ένας τύπος, λιγάκι ομοφυλόφιλος, όχι προς τις προτιμήσεις τις σεξουαλικές, αυτό δε το ξέρω και δε το χω μάθει ως και σήμερα, μα ως προς τις κινήσεις και το χαρακτήρα, είχε κολλήσει δυο χαρτιά στο σώμα του: ένα που γραφε "LOVE" από μπρος, και ένα που γραφε "ΗΑΤΕ" από πίσω- ή το αντίστροφο, σχωρνάτε με. Έπαιζε ένα κωλοκόμματο ραδιοφώνου από κάπου- ένα εμπορικό κωλοτράγουδο ακουγόταν από ένα cd player κει δίπλα- ταυτόχρονα, κόσμος είχε μαζευτεί τριγύρω του και τον παρακολουθούσε με κομμένη την ανάσα. Ο τύπος έμενε ακίνητος, μέχρι που άρχισε να φωνάζει σε κάποια φάση, με ένταση, με γυναικεία φωνή, αν και πάω στοίχημα ότι δε το θελε αυτό το τελευταίο, "ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΩ ΑΛΛΟΟΟΟΟ!", και μετά, το φινάλε, πήρε ένα κραγιόν και πασάλειψε το στόμα και λίγο απ' τα μούτρα του. Η μουσική σταμάτησε και το πλήθος τον καταχειροκρότησε, μερικές τύπισσες δε, άρχισαν να κλαίνε και να του φωνάζουν "ΜΠΡΑΒΟ, ΜΠΡΑΒΟ!".

    Έφυγα λες και είχα πυρετό.
    Από τότε δε μου ξανακατέβηκε καμιά περίεργη ιδέα στη γκλάβα.

    Δουλειά σας, δουλειά μου
    παληκάρια μου.
    Ό,τι λεφτά και να βγουν για σας, που θα'ναι πολλά,
    ό,τι καλό και αν κάνω απ' τη μεριά μου, που θα'ναι πολύ.

    Και αυτό ισχύει για όλους
    όσους απλά
    αναπνέουν
    γαμάνε
    τρώνε
    πίνουνε
    κατουράνε
    χέζουν
    ΠΑΡΑΤΗΡΟΥΝΕ
    με
    ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ

    και όχι
    από
    περηφάνεια
    ή
    ανάγκη.

    Δευτέρα, 3 Ιανουαρίου 2011

    Ο Τύπος



    -λήγει αυτό! σίγουρα!
    -όχι, δε νομίζω... μα και πάλι...είστε σίγουρος, κύριέ μου;


    τα λεφτά μπήκαν στο παχυλό λογαριασμό,
    οι ματιές ανταλλάχτηκαν-
    του Χοντρού ήταν πιο ξυραφένιες, φουριόζες απ' ό,τι του άλλου,
    του Τύπου, που πάντα ήταν ωραίος και ποτέ δε ζήμιωνε κανέναν-
    εκτός απ' το ότι τώρα, είχε βρεθεί ζημιωμένος στο Χοντρό, με τα Πάντα!

    -Να σου πω- Λοιπόν! Εσύ! Έλα δω! ΕΛΑ ΔΩ ΕΣΥ! Τώρα!

    Ο Τύπος απλά υπάκουσε- γενικά δε του άρεσε να υπακούει, μα τώρα ήταν με τα μπούνια χωμένος μες τη φάση στην οποία- ειρωνία- δεν είχε καν βάλει το δαχτυλάκι του, να γίνει έτσι όπως έγινε- το χρώσταγε αυτό σε έναν "φίλο", μια οχιά που τονε πούλησε και τον άφησε μόνο του να βγάλει τα σπασμένα.

    -Έλα δω. Στάσου δω!

    Ο Χοντρός δεν είχε ανάγκη από βοηθούς- τόση εμπιστοσύνη είχε στον εαυτό του, που όλοι τονε ξέρανε, και όλοι τονε σεβόντουσανε στις κωλοδουλειές- και ο Τύπος, καμία εξαίρεση. Πλησίασε, δίχως Αύριο, αν και δεν έβλεπε μπράβους, ή έστω κωλομπαρόπαιδα του Χοντρού τριγύρω- δεν είχε σημασία, ο Χοντρός ήταν Χοντρός.

    -Σκύψε.

    Η παραγγελιά ήταν γνωστή και φοβερή. Σε κανένα αυτί όταν ροκάναγε το τύμπανο μετά τη πρώτη φορά δε προκαλούσε διαστροφή, όπως τη πρώτη φορά- μα προκαλούσε την ίδια αηδία, το ίδιο μίσος, για αυτό το Χοντρό, το τυχάρπαστο τύπο, που έχτισε παλάτια μέσα στην Άμμο, μέσα στη δυστυχία- "και καλά έκανε, και δούλεψε γι' αυτό" έλεγαν οι μύθοι του πεζοδρομίου- μα ο Τύπος τους έφτυνε αυτούς τους μύθους- ίσως γι'αυτό τώρα να'ταν σε αυτή τη θέση- του καριόλη, του πούστη, της πουτάνας.


    Ο Χοντρός δεν έχασε ώρα.
    το πούτσο του, τον γεμάτο ράγες και αρρώστιες, τον έχωσε βαθειά/

    ο Τύπος βόγγηξε μα ήταν μαθημένος καλά:
    δε παραπονιέσαι για τίποτα.΄
    και όσο πιο πολύ βογγάς,
    ίσως,
    τόσο πιο πολύ ευχαριστηθεί ο αφέντας,
    ο προύχοντας,
    ο ΑΡΧΟΝΤΑΣ της ΜΟΙΡΑΣ σου πλέον.


    ο Τύπος τιναζόταν συνεχώς
    τα κωλομπίθρουλά του τινάζονταν με το δευτερόλεπτο,
    έσφιγγε τα δόντια του,
    ορκιζόταν στο μυαλό του δήθεν πως θα σκοτώσει το Χοντρό,
    ((σιγά μην))
    στο τέλος
    ένιωσε το υπέρτατο σφίξιμο
    και μια αίσθηση
    σα να αδειάζουν υαλοκαθαριστήρες
    στη κωλοτρυπίδα σου μέσα,
    όχι στη κωλοτρυπίδα,
    βαθύτερα,
    στο ΕΙΝΑΙ σου μέσα΄.


    έμεινε να στέκει μισολυπόθυμος στο δρομάκι
    το δρομάκι που από εδώ και μπρος θα μάθαινε να μισούσε

    ο Χοντρός του πέταξε πέντε ευρώ στο πάτωμα
    χαμογέλασε, σκούπισε το πούτσο του με ένα χαρτομάντηλο φτηνό,

    και έφυγε στο σκοτάδι.


    ο Τύπος αναρωτιότανε

    αν του άξιζε ό,τι του άξιζε,

    ή αν απλά,

    όλα όσα πέρασε,


    απλά θα γίνονταν

    κάποια στιγμή


    στη κλεψύδρα που άδειαζε και που ο ίδιος ονόμαζε:

    "Ημέρα"

    ή

    "Ζωή"