"If a picture is worth a thousand words, a song is worth a million."

(Anon.)

Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010




Σταφυδιαζότανε που λες μέρα μεσημέρι στο τραπέζι του σαλπίκη με την αξούριστη πηγούνα και το διπλόφρυδο, άραζε εκεί απ' το ντάλα ήλιο μέχρι το ξημέρωμα, για να' μαστε ακριβείς, μα κείνη τη μέρα δήθε μας έκλασε όλους ευγενικά και προτίμησε να σουτελιάσει με κακοπληρωμένο τσίπουρο, με και-γω-δε-ξέρω-πόσες-βράσεις, καθόταν που λες δικέ μου ο τυπάς και κοπάναγε τα μικροπότηρα στη γλώσσα το ένα μετά το άλλο, ζοριζότανε απίστευτα, πέρασα και τονε πήρα μάτι στιγμιαία έξω απ το τσιπουρομάγαζο, είχε απλωθεί σα σερβιέτα στη καρέκλα, το ένα του μάτι τρεμόπαιζε, καλούσε το Άπειρο σου λέω, τα πόδια του είχανε λυθεί και φτύνανε σπασμούδια, αρχιδοτσάκαλος ο δικός σου πού και πού, μη παρεξηγάς, ναι, αρχιδοτσάκαλος όσο τονε έπαιρνε και όσο ρήμαζε ό,τι ρήμαζε, μα κείνη τη μέρα είχε ξεκωλιαστεί στα ξύδια, κωλοτρυπίδι απ' τα σπάνια, έριχνε γκιοζιές τριγύρω με ένα πλαστικό χαμόγελο παλιάτσου που κρεμότανε σα μανίκι δίπλα απ' τα δυο αυτιά του. Ζήτησε φόκο απ' τον δικό μας τον καστανομάλλη, μα ούτε το τσιγαρέτο δε μπορούσε να στεριώσει σε κείνη τη φάκα από δόντια και ουλίτιδα. Πέρασα και τον είδα, ξέρω πώς ήταν. Εν τέλει, κατέληξε να φύγει το βράδυ σβουρηχτός, καλλιοσβουρόδερνε στο πλακόστρωτο για ώρες, γράπωνε άκρες απ' ό,τι σκατολοϊδι επετύχαινε μπρος του και άθροιζε μαλακίες για τον ΤΕΤΡΑΓΡΑΜΜΑΤΟΝ σε αγνώστους- τι Τετραγράμματον, ΤΕΤΡΑΓΑΜΑΤΟΝ ο δικός σου, σου λεω. Έφτασε στο τσαρδί του το μυριοκλανηστήρι, λίγο έλειψε να σπάσει κατά λάθος τη πόρτα ο μεγάλος, και μιλάμε για πύλη εξτραβαγκάντζα τίγκα, απ' αυτές, της ασφαλείας που λέμε, για τα χαμπέρια τα σουφροκώλικα, πήγε να σπάσει τη πόρτα απ' τη κωλοστριμούρα του να ορμήσει στο διαμέρισμα, δεν έβγαλε καν τα παπούτσα του, ούτε τη μπουφανιά, όχι κύριε, άραξε λέει ο μάγκας και άρχισε να κατεβάζει, να σκαρφίζεται λεξούλες μπρος απ' την οθόνη του υπολογιστάτορα, μέσα, ναι, το κανε συχνά και νόμιζε ότι θα μπούκωνε λίγο τ'αντεράκι του παλιά με δαύτες τις μαλακίες, τώρα λέει το κάνει από συνήθειο, για φευγιό- παπάρια, δε τονε πίστεψα ποτέ το μάγκα, να σου πω γιατί, γεμίσανε οι τέσσερις τοίχοι ρε παιδί μου από κατάθλες τοξικολάγνους που σου σηκώνονται μετά και σου τονε χορεύουνε ότι είναι άποψη κι απελευθέρωση και ηρεμία- τεμπέληδες, αυτό λέγω γω, αυτό σου λεγα και ψες, ναι, δε γίνεται ρε μαγκάκο να'σαι στο απίκο όλη μέρα για τη μπουκάλα και το βράδυ να μου λες για μαγείες και Ποκαχόντες- δε γίνεται για μένα, όχι ρε μαλάκα, μην επιμένεις μωρή λέρα, ξέρω τι σου λέω- και μετά ο δικός σου ξέρεις τι κάνει ε; Τεζάρει μπρος απ' την οθόνη ενώ έχει γράψει κάτι αράδες και το πρωί τις κοιτάει και δε θυμάται μία τι στο πούτσαρο κοπάναγε τη προηγούμενη νυχτιά και όσες του αρέσουνε να πούμε τις κρατάει και τις έχει για παράσημο, το κλαπέτο του κλαμμένου, ξέρωγω- και σήμερα από δω θα περάσει, ή αν έχει ξεμείνει, θα βουτήξει τίποτα φτηνόμπυρες και θα γίνει σένιος ως το απόγιομα, και μετά θα περιφέρεται δω και κει και παραπέρα ψάχνοντας κανα περιπτερουά για να τσιμπήσει άλλο ένα κουτάκι ακόμα. Αι τέχναι, σου λέει μετά. Δε κόβω το πουλί μου με βουτυρομάχαιρο καλύτερα, ρε δικέ μου;

Σάββατο, 25 Δεκεμβρίου 2010

Τίποτα



ο Χριστός-Κτήνος και όλα όσα προέβλεψε ο μακαρίτης με το σαβουριασμένο κούτελο, το παπαδοπαίδι μέσα στο νου του καθενός και ο φακίρης με τις βελόνες στο πούτσο που σφυράει εύθυμα μπροστά από μια καταιγίδα: όλα όσα σε απομονώνουν απ' την κοσμική πρωτεύουσα μιας πουστιάς με χέρια, πόδια και καλά μελετημένες λέξεις, φράσεις, προτάσεις, ζωές/ όλα όσα σε βιάζουν με δάχτυλα μητρικά, στοργικά/ όλα όσα σε κάνουν να υπνοβατείς από χαράδρα σε χαράδρα ψάχνοντας οπουδήποτε αλλού εκτός απ' το ίδιο σου το βλέμμα και τον ορίζοντα στο ενδιάμεσο/ όλα όσα λυγίζουν με μια ματιά και όλα όσα λιώνουν φωνάζοντας "το μαίνος είναι μαίνος είναι μαίνος και είναι μαίνος":

όλα θα ταρακουνηθούν και όλα θα πηγάσουν μόνο για μια ακόμα φορά/ όλα θα είναι μάταια και θα παραμείνουν μάταια/ όλα είναι αποτέλεσμα μιας προμελετημένης καριολίστικης σνομπαρίας που αναπτύσσεται σα καρκίνος δίπλα απ' την aorta και το φυτίλι του αφοπλιστικού ψεύδους.

Δεν είμαστε εδώ για να κάνουμε καμία διαφορά.
Δεν είμαστε εδώ για να εκτιμήσουμε καμιά ζωή.
Θα παραμένουμε ζωντανοί επειδή είμαστε αρκετά χέστες να παραδεχτούμε ότι ποτέ δε ζήσαμε.

Άκου τα παιδιά να σιγοτραγουδάνε ασματάκια με στίχους όπως "Εδώ πέθανε ο Γέρος που έτρωγε σκατά/ εδώ ζούσε ο βιαστής βρεφών με τα 8 δάχτυλα και τα σακατεμένα γόνατα/ εδώ έκλαιγε η μάνα που έτρωγε σκατά επίσης/ εδώ ζούσε το τελευταίο βρέφος του σύμπαντος, πριν κατανοήσει από νωρίς τη φάρσα και πέσει μόνο του απ' το παράθυρο της πολυκατοικίας"

Είμεθα νεκροί και δεν ονειρευόμαστε καν. Όλα απαιτούν να σε σκοτώσουν και όλα απαιτούν να σκοτώσεις επίσης. Η μεγαλύτερη πράξη μίσους προς τη ζωή είναι να αρνηθείς να προσφέρεις απλόχερα το θάνατο. Και αυτό σε κάνει μισάνθρωπο. Λειψό και μίζερο. Καταθληπτικό τοξικομανή και εθισμένο σε ντρόγκια που δεν έχουν ανακαλυφθεί ακόμα, σακάτη συναισθημάτων. Η ζωή θέλει να σκοτώσεις και το αρνούμαι πεισματικά. Η ζωή τρέφεται με τη ζωή, το κουφάρι της ζωής. Ο Ουροβόρος τρώει την ουρά του, τη μασουλάει και στο τέλος δε μένει τίποτα παρά στάχτη και σάλιο και αίμα και κομματάκια από εντόσθια να πλανούνται στο σύμπαν, κάποιο σύμπαν, μέχρι που το κλάμμα ενός νεογέννητου θα πυρπολήσει τη πλάση όλη για μια φορά ακόμα.

και τότε ίσως μου φτιάξει η διάθεση για μερικά βράδια.

Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

Οπλίστε, σημαδέψτε, πυροβολήστε, ξανά




Γράπωσε το μισοσκισμένο κατάλογο εσώρουχων γυναικείων
έξυσε το κωλομάγουλό του το αριστερό
δίχως να παραπονεθεί καθόλου για εκείνο τον καλόγερο
κατέβασε το παντελόνι του
κατέβασε το εσώρουχό του
κατευθύνθηκε στο μπάνιο
κοίταξε το πρόσωπό του στο καθρέφτη και είδε μια πτυχή της κόλασης
έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του
το κρύο νερό τον έκανε να ξυπνήσει και αυτό πόναγε πιο πολύ
γράπωσε ένα μισοάδειο πακέτο τσιγάρα
έβγαλε ένα απ' τα βαριά, καθώς κι έναν αναπτήρα απ' το πακέτο
άναψε το τσιγάρο
κάθισε στη λεκάνη
άρχισε να σφίγγεται
χάζεψε με τις ώρες τα μοντέλα με τα εσώρουχα
αδιάφορα, δίχως σεξουαλική ένταση
έχεσε
σηκώθηκε, ξύστηκε στο μάγουλο το αξύριστο
κοίταξε τα σκατά του και έμοιαζαν με άρρωστη λάσπη
χαμογέλασε βραχνιασμένα
τράβηξε κι άλλη τζούρα απ' το τσιγάρο
ξανακοιτάχτηκε στο καθρέφτη
άφησε το τσιγάρο στην άκρη
ξανανίφτηκε
ξαναγράπωσε το τσιγάρο, τράβηξε άλλη μια τζούρα
πάτησε το καζανάκι
βγήκε απ' το μπάνιο δίχως να φοράει κάτι κάτω απ' τη μέση
έσβησε το τσιγάρο σε ένα τασάκι γεμάτο τζιβάνες
άνοιξε τα άσπρα πατζούρια απ' τη μπαλκονόπορτα
παρατήρησε ότι έξω είχε καλοκαιριά
τα ξανάκλεισε απογοητευμένα
άφησε το κατάλογο στο τραπέζι, άρπαξε μια άδεια σακούλα
τη γέμισε με κουτάκια, στάχτες και μπουκάλια
την έδεσε καλά
φόρεσε παντελόνι, μπλούζα, παπούτσια και μπουφάν
ψιλάφησε τα κλειδιά του διαμερίσματος και τα έβαλε στη τσέπη του μπουφάν
αρπαξε μερικά κέρματα και ένα χάρτινο νόμισμα
καθώς και το πακέτο με τα τσιγάρα του και έναν αναπτήρα
άνοιξε τη πόρτα
κατέβηκε τις σκάλες της πολυκατοικίας
άνοιξε την πόρτα της πολυκατοικίας στο εισόγειο
παρατήρησε ότι έξω είχε αρχίσει να φυσάει απαλά
αισθάνθηκε καλύτερα
σκέφτηκε ότι όπου κολύμπαγαν οι παππούδες σου, στις ίδιες θάλασσες θα κολυμπάς κι εσύ
έστριψε στο στενάκι περπατώντας γρήγορα
χάθηκε μέχρι το βράδυ που ξαναγύρισε σουρωμένος.

Δευτέρα, 20 Δεκεμβρίου 2010

Χαράδρες στο δέρμα



απ τη στιγμή
που αναρωτιέσαι το πώς
γίνεται να χεις ψυχή, πνεύμα,
σε καθιστά κληδοκράτορα
ενός ανώτερου σκοπού

ο Ερνστ Φίσερ έλεγε,
ότι απ' τη στιγμή που
ο άνθρωπος, μέσω της τέχνης,
θέλει να φτάσει σε ένα ανώτερο επίπεδο,
επικοινωνίας, σύνδεσης με το Όλο,
αυτό δείχνει ότι,
δεν είμαστε αναγκαστικά,
αυτό που ίσως θα' πρεπε να είμαστε.

αυτή είναι η αρχή της μαγείας.

το Άγνωστο να είναι ωκεανός
και να χαρτογραφείς ό,τι μπορείς
μέσω εμπειριών.

να ξεκλειδώσεις νοήματα
άγνωστα πριν.

να πλεύσεις ακόμα
και αν το καρυδότσουφλό σου φλέγεται.

η επικοινωνία να είναι κάτι
οικουμενικό,
βαθύτερο απ' οτιδήποτε άλλο.

η σκέψη του ότι όλα επικοινωνούν
με το τρόπο τους.

σα να είσαι σε ένα χιονισμένο αλώνι
και να αφήνεσαι στο
λούσιμο των νιφάδων

κάθε νιφάδα,
ένα σύμπαν.

μια ανάσα.

((ο γερο-Ντάνος φώναζε και ούρλιαζε
όταν πεθαίνει, τις τελευταίες στιγμές
να του ρίξουν και καμιά σταγόνα LSD στο στόμα
και
αν δεν υπάρχει όντως ο Θεός
ή ο Σατανάς,
τους κατασκευάσει
εκείνη την ώρα))

Σάββατο, 18 Δεκεμβρίου 2010

τελευταίο για απόψε



σήμερα το βράδυ ήταν σοκολατί,
αλήθεια, δε
περίμενα να σχρησιμοποιούσα τέτοιον επιθετικό προσδιορισμό,\
μα ήταν σοκολατί η ατμόσφαιρα,

λιώνανε οι πάγοι,
μένανε τα κουράδια, οι λασπούρες


μέναμε να περπατάμε
όπως κάθε μέρα,

πλέον,
δε μας έμπαινε νερό στα παπούτσια,
γάγγραινα φάση,

μα απλά

έφτυνες ας πούμε,
ΚΑΦΕΤΙΑ σκατά
απ' το λαιμό,
ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ,

και μετά

ΠΑΤΑΓΕΣ
ΚΑΦΕΤΙΑ σκατά
και πάει λέγοντας.


((*όχι αρκετά λογοτεχνία, ε;
θα βγει και αυτό, κάποια στιγμή
ως τότε
ΠΑΜΕ, ΛΕΓΟΝΤΑΣ))

ένα ζευγάρι λιοντάρια σέρνικα,
θα σου γαμήσει κάποτε το
σόι όλο
τη φάση όλη

και

τους
ΤΥΠΟΥΣ

((μια χαρά))

ΟΛΟΥΣ

Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

δυο γρήγορες φιγούρες




κάτι Ρέμπραντ
κάτι Βαν Γκογκ
κάτι σκατά


τι στο πούτσο
θα χεις να δείξεις,
αγαπητέ μου,

γεμάτε ελπίδες,

υπεραισιόδοξε,


νεαρέ μου;

Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 2010

λίγο



δέκα μαλάκες!

και δέκα ευκαιρίες, επίσης.

στο νοτυλάπι που χει κάτι ντρόγκια
κάτι μαλακίες που στο κάνουν το μυαλό
να νεκρώνει και να χαζεύει

αλλά πάντα θα τα ψάχνεις,

κει μέσα
σε αυτά τα ντουλάπια

κάποια στιγμή

θα βρεις το Χριστό
και τον Αλλάχ και το Βούδα
και πάει λέγοντας

μα καμία ηρεμία
δε θα βρεις.


Αυτό που μας ενώνει,
σε αυτή την εποχή:

Η ΑΝΑΓΚΗ να
μη σκέφτεσαι.


μερικοί είναι παντοδύναμοι
και το κατέχουν δίχως
να χρειάζονται τίποτε άλλο.

μα αυτό το
τραγούδι
είναι,
για δαύτους από μας
που δε γεννηθήκαμε
αρκετά δυνατοί.

Παρασκευή, 10 Δεκεμβρίου 2010

Krampus




μέσα απ' τις σακούλες
βρεμένες, στοιβαγμένες στο τραπέζι
σα κάποιο κουφάρι μεγαλόσωμου ζώου να λιώνει,
είναι ικανός κανείς να αγναντεύει
Βαβυλώνες και να χτίζει χίμαιρες.

ήταν σχεδόν σίγουρος
εκείνο το βράδυ πως τα σκυλιά
γαυγίζανε σα πρόβατα και τα νυχτοπούλια
κελαηδάγανε απ το κώλο,
φτύνοντας τάλαρα από βρωμιά,
πετώντας ανορθόγραφα.

και ήταν σχεδόν σίγουρος πως
μέσα στις σακούλες
κάτι κουνιόταν, ποια σπόρια ξεχασμένου πολιτισμού
να υποπτεύονταν οι αρχαιολόγοι του αύριο
από κάτι τσοντοπεριοδικά και μουχλιασμένες ντομάτες
και λάμπες νεκρές και μαντήλια με ξεραμένο σπέρμα
και σπασμένα σφηνακοπότηρα
αν σκάβανε σε κείνο το σημείο;

"δέκα μαούνες αδερφές
και να τραβάω κουπί στη μέση"

χειροκρότησε σιωπηλά
την αυταπόδεικτη βαρβατίλα
της καπνισμένης μοναξιάς
και έκανε τεμενάδες
στο βωμό της οιδιπόδειας ανάγκης
για να βυζάξει ένα μπουκάλι ακόμα.

ύστερα άρπαξε όσο ασήμι
και χρυσάφι μπορούσε να αρπάξει
απ' το πάτο του πλημμυρισμένου νεροχύτη
και βάλθηκε να παραπατάει
μέσα στο πανζουρλισμό
από αδερφίστικα φωτάκια
και μηχανικά εκτρώματα-Άγιους Βασίληδες,

ενώ οι καλόγριες του χριστιανικού βιβλιοπωλείου
από δίπλα,
έστησαν έναν χάρτινο Άγιο Βασίλειο,
ρακένδυτο και ταπεινό,
σε αντιδιαστολή με ένα μικροσκοπικό αγιοβασίλη-κούκλα
από δίπλα,
και έγραψαν σε ένα χαρτί στη βιτρίνα,
"ΑΥΤΟΣ είναι
ο πραγματικός Άγιος Βασίλειος"

Ναι
αλλά ο πρώην ΑγιοΝικόλας, πρώην Όντιν για πολλούς,
είχε για συνοδεία και τον Krampus
τον τριχωτό διάολο
που μαστίγωνε τα άτακτα πιτσιρίκια.

"Απόψε είμαι ο Krampus"

και συνέχισε τη παραπατίλα
ψάχνοντας για άτακτα κωλαράκια
να μαστιγώσει.

Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010

Τρία μάτια





κάτι σαβάνες
έφτιαχνε η στάχτη κει κοντά
στο τασάκι

κάτι λαιμοί, ταυτόχρονα,
έδειχναν να υποφέρουν
ασύστολα, απ' το κάπνισμα

δυο-τρία συκώτια
βέλαζαν με ανησυχία
απ' τις βότκες τις σκέτες

ένα δάχτυλο εκτοξεύτηκε
απ' το πουθενά
και άρχισε να στρίβει ένα γάρο

το φίλησα τρυφερά, αν και
δε το αναγνώρισα,
και έμενα να το παρατηρώ.

Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου 2010

Χατήρια και χαμπέρια




Κοιτάζανε το Γιώργη να πάει να παρκάρει μεθυσμένος το αγροτικό του, ανάμεσα από ένα τζηπ Cherokee και μια μηχανή μουλιασμένων κυβικών, στο πεζοδρόμιο μπρος απ' το φαρμακείο. Ο Γιώργης παραπατούσε και προσπαθούσε να βρει τη τρύπα απ' τη κλειδωνιά του αυτοκινήτου, για να μπάσει τα κλειδιά του, θα πέρασε κανένα 5λεπτο. Ο Σώτος τον κοιτούσε με ειλικρινή περιέργεια, ρουφώντας μπύρα από ένα κουτάκι, ο Αντώνης δίπλα του γέλαγε νευρικά, παρακολουθώντας το Γιώργη να γλιστράει στη θέση του οδηγού άκομψα, ατσούμπαλα, άβολα, και να ανάβει το αμάξι βίαια, απολίτιστα, φέρνοντάς το μπρος-πίσω. Είχε παρατήσει το αμάξι αρχικά στη μέση σχεδόν του δρόμου, και τώρα προσπαθούσε να κάνει το ακατόρθωτο, να χώσει σφηνόπουτσα ολόκληρο νταμάρι από χρώμιο και λαμαρίνες σε κείνη τη μικροσκοπική τρύπα. Οι πρώτες προσπάθειες έμοιαζαν καταδικασμένες να αποτύχουν, μα στη συνέχεια, ο Σώτος είδε έκπληκτος το Γιώργη να κάνει 3 και μόνο 3 σωστούς εληγμούς, και να παρκάρει άψογα το αμάξι του στη θέση αυτή. Πάνω όμως που πήγαν να δωθούν τα συγχαρίκια, ο Γιώργης αψιχολόγητα κάνει όπισθεν και βρίσκει το Cherokee στο προφυλακτήρα.

-Ο Τσέροκας ρε! Τονε ισοπέδωσες!

Ο Γιώργης κοίταξε για λίγα δεύτερα αμηχανίας τη ζημιά, και στη συνέχεια έβαλε μπρος, εξαφανίστηκε στρίβοντας άτσαλα σε δρομάκια και παραδρομάκια, και χάθηκε στον ορίζοντα.

Άρχισε να ψιχαλίζει, ο Σώτος ρούφηξε τη μπύρα και γνέφοντας βαριεστημένα, περπάτησε προς τη πλατεία. Ο Αντώνης κοίταξε γύρω του. Δε βρήκε τίποτα απολύτως που να του έκανε κέφι. Ακολούθησε το παράδειγμα του φίλου του και άρχισε να κατευθύνεται προς το σπίτι του. Η πολυκατοικία έμοιαζε απόψε πιο παλιά απ' ότι είναι στη πραγματικότητα. Ξεφλούδιζε σκουριά και μπάζα μπρος στα μάτια του, και τίποτα δε μπορούσε να τον δελεάσει να τη δεχτεί ως ικανοποιητή εστία. Πήρε το ασανσέρ, στο κάτω πάτωμα οι πρέζοι γείτονές του κοπανιόντουσαν και μια σιχαμένη, άρρωστη απ΄την ηρωίνη γυναικεία φωνή, λεπτή, σαν ετοιμόγεννο αρούρι, φώναζε "Να χεις μπέσα ρε. Να' χεις μπέσα ρε. Να' σαι αληθινός. Που μου δινες λεφτά για να φτιάχνομαι και έλεγες ψέματα ότι πας στην αδερφή σου. Να'χεις μπέσα ρε. Να'χεις μπέσα ρε".

Πρεζάκικα mantras.

Έφτασε στο διαμέρισμα, ξεκλείδωσε τη πόρτα. Στο καναπέ, η γκόμενά του, με ένα άδειο μπουκάλι κρασί στο πάτωμα, τον περίμενε στο καναπέ, στο σκοτάδι του καθιστικού δωματίου, φορώντας μόνο ένα καλσόν και ένα φανελάκι. Τα μάτια της ήταν συρρικνωμένα, μάτια σαλαμάνδρας, το στόμα της στράβωνε και είχε εκείνο το απειλητικό χαμόγελο της κατανάλωσης ηδονής. Του έγνεψε με το κεφάλι και του έδειξε το μουνί της. Ο Αντώνης έβγαλε το μπουφάν, άναψε ένα τσιγάρο και παρατήρησε το θέαμα. Δε μπορούσε να βρει πλέον κάτι ερεθιστικό σε αυτό το κοκαλιάρικο ναυάγιο από αισθήματα που έβλεπε μπρος του. Άνοιξε μια μπύρα, κατευθύνθηκε προς τη γυναικεία φιγούρα μπρος του, την άφησε να του ξεκουμπώσει το παντελόνι και να τον χαϊδέψει στ'αρχίδια. Ο Αντώνης πήρε τα πόδια της, τα σήκωσε στον αέρα, και άρχισε να τα φιλάει, ενώ ταυτόχρονα έκαιγε με το τσιγάρο το καλσόν, φυσώντας κάθε τόσο τη φλόγα. Το δωμάτιο παρέμεινε σκοτεινό, και τρεις κραυγές εκσπερμάτωσης, μετά από είκοσι λεπτά, ήταν το μόνο που ακούστηκε για το υπόλοιπο της βραδιάς, μαζί με τον πρέζο του κάτω ορόφου που ακόμα κοπάναγε την πρεζού γκόμενά του.

Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2010

2 και 52




όταν ψάξουμε
και τη τελευταία πυθαμή
του ωκεανού

τότε
ίσως
θα χει πεθάνει
και η ψυχή μας

φαντάζεσαι
να χεις να μιλάς
για τη ζωή
την δήθεν ζωή,
δίχως το παράγοντα
του ωκεανού;

χάθηκε
και η
τελευταία
ανάσα
φαντασίας.


έχω έχθρα μεγάλη
με τη θάλασσα
μα η καριόλα
έχει
μεγάλη
δύναμη
πάνω σε όλα
απ'όλες
τις πλευρές.

να'ναι
καλά.

Φράχτης




Έρχονταν παλιά
πουλιά
στο κήπο μας
στο χωριό
σπάνιες ράτσες

είχε ένα καταφύγιο
πριν χρόνια
κοντά στο σπίτι μας
και έρχονταν
χαμένα
άραζαν στο φράχτη μας
τον συνεχώς φρεσκοβαμμένο

πουλιά με λοφίο
με πολύχρωμα φτερά
ψευδοαφρικάνικες ρέπλικες
μα εντυπωσιακές

πεταρίζανε στα χορτάρια
φέρνανε τούμπες
τσιμπάγανε τη κοιλιά τους
ξύνοντάς την

οι γάτες μας κατουράγανε τα πάντα
και τα κυνηγούσανε
μα αυτά ερχόντουσαν
ξανά και ξανά
με ύφος αυτοκράτορα,
"μας αξίζει
να μας ρίξεις λίγο νερό
στο κιούπι,
πληβείε"

πλέον πού και πού
κάτι θα εμφανιστεί
με ηλίθιο ράμφος
και χωρίστρα στο κεφάλι
ασπρόμαυρο
με κόκκινα χύσια στην ουρά

και οι γάτες μας
απλά δε νοιάζονται
πλέον
για δαύτα

Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010

Μερμηγκοφωλιά



Ο γιος του ερημήτη είναι ορατός
ξαπλώνει στο βρεγμένο γρασίδι
δίπλα απ' τη λίμνη
με τις πρασινόμαυρες σαλαμάνδρες
και δίνει και από μια χαρακιά
στο χέρι του
με μια κοφτερή πέτρα
κάθε φορά που χάνει μια προσευχή
προς έναν τεμπέλη Αρχιτέκτωνα
σιωπηλό μα χυδαίο στη κινησιολογία του,
μια τηγανιά από πέτρες και μπάζα
καθώς και μια δόση ωραιοπάθειας
σουταρισμένη απευθείας στη φλέβα

Κύκλοι που φτύνουν χρώματα



προσπαθούν να σε πείσουν ότι
είναι πεζοδρόμιο
και τα πλήθη που τρέχουν αγχωμένα
για να λάβουν μια σταγόνα
ευλογίας από το
κωλοσφούγγι της Θείας Χάρης
φωνάζοντας πως η εποχή
που ήσουν κάποτε μοναδικός
και όλη η φάρα μας μια περιπέτεια,
έχει περάσει προ πολλού
βήχοντας σκόνη
και προσπαθώντας να κάνουν
το κρασί
κάτουρο,
είναι τα

ίδια πρόσωπα
που θα φωνάζουν τρομοκρατημένα
όταν ανακαλύψουν
την
υπόγεια
κομπίνα
που μας
επιφυλάσσει
ένα κασόνι
και δυο-τρεις
σκώληκες
σαν
υπάκουοι συνομιλητές.

θα κάνουν κανόνα
ότι η ζωή μας είναι
τρία συμβολα
σε κόλλα αναφοράς
και ότι η μαγεία ενός απογεύματος
είναι το placebo
απέναντι στον ίδιο
σου τον εαυτό,
ένας

συνεχής
πόλεμος!

όπως το είδα τελευταία φορά
η ύπαρξή μας
είναι ένα έπος καταστάσεων
και η ζωή η ίδια,
η μεγαλύτερη πηγή μαγείας

θα πρεπε
να αρνηθεί κανείς
τα καλέσματα της ανάγκης
για να μάθει βιωματικά
πώς είναι
να ελέγχεσαι από
χορδές άλλου;

όπως το είδα τελευταία φορά,
αυτό το λέγανε "θρησκεία".

Χειμερινό έτος της περσινής σοδειάς



για άλλη μια φορά
ένα μάτσο πλήκτρα
φαντάζουν
στην αφή
σαν
να χουφτώνεις έντομα

τριχωτά,
γεμάτα σάλια
κωλοέντομα.

κοπανάς
σκάνε σπυριά
με πύον και δηλητήριο
μες τη μούρη σου-
τα φλόκια
της προσπάθειας
για τόνωση του Εγώ.

όποιος έχει τη πετριά
να φτύσει
και να φωνάξει
για να φτιάξει το οτιδήποτε
θα παραμένει για πάντα
δέσμιος
της αδυναμίας του
να γνωρίσει τον εαυτό
του
αποτελεσματικότερα

Δευτέρα, 11 Οκτωβρίου 2010

Παρ'ολίγον πέτρες



Λίγο φως
μπρος στα μάτια

κάτι καλώδια
κάτι μπρίζες
ξεπετάγονται απ'
το πουθενά
του πουθενά

σκασμένοι ρόζοι στα χέρια
βρεμμένο και γεμάτο καπνό
ξύλινο γραφείο
ένα κουτάκι στα χέρια

η ολοκληρωμένη
βόλτα στο
γαμημένο το
ποτάμι

μεταξύ
λάσπης
και σκατίλας σκυλιών
και
λαδίλας
απ' τις
παράγκες
δίπλα

αν σε αγγίζει,
είναι εδώ
και αξίζει
να είναι
όντως εδώ

Κυριακή, 10 Οκτωβρίου 2010

Mια τέλεια μέρα







Το πιάνο ξεκινάει να παίζει ενώ επιθεωρώ το μπαλκόνι μου. Δένει υπέροχα με την απαλή βροχή και το γλυκό νοτιά, καιρός ήτανε, έκανε πολύ κρύο για μέσα φθινοπώρου. Σήμερα, όμως, ο άνεμος απαλύνει το κρύο, η βροχή λιώνει την ψύχρα. Ο μικρός χειμώνας φεύγει, για να ξαναγυρίσει όταν πρέπει.
Σήμερα ήταν μια τέλεια μέρα, έστω κι αν ήταν χωρίς εσένα. Είχε γέλια και λουλούδια και σουβλάκια κάτω από τη βροχή. Είχε μικρές συνομωσίες και γυναικεία αλληλεγγύη. Είχε βιβλία και ντοκιμαντέρ, κουβέρτες και ζεστά ροφήματα. Ήταν γεμάτη ζωή.
Το μπαλκόνι σχεδόν ευχαριστεί για τη βροχή, κι εγώ παραξενεύομαι, γιατί αυτή η εκδοχή του τραγουδιού είναι κάπως περίεργη. Πιο δυνατή, πιο ζωντανή, σαν να είναι όλοι οι τραγουδιστάδες εδώ και να τραγουδάνε μες στο σπίτι. Να αντηχούν οι τοίχοι και να τρίζουν τα πατώματα. Σχεδόν ακούω και τη φωνή σου μέσα, τσιτώνομαι κι αναπηδάω, τα πόδια μου τρέμουν.

Ξαναμπαίνω στο δωμάτιο και τυλίγομαι με την κουβέρτα. Το φιλοσοφώ.

Η ιδέα μου ήταν. Αλλά μπορεί και όχι, μπορεί να είδα κάτι τυχαία, με την άκρη του ματιού. Κάποιοι λένε πως, όταν βλέπεις κάτι με την άκρη του ματιού, είναι μια σκέψη που έχει πάρει μορφή. Κάποιοι ίσως λένε και μαλακίες. Κάποιοι, επίσης, ίσως να μπέρδεψαν και το φασκόμηλο που αγόρασα και ήπια με κάτι άλλο. Αλλά εγώ είδα κάτι, κι εφόσον έχω το δικαίωμα να κρίνω τι είναι μαλακία και τι όχι, αποφασίζω ότι αυτό που είδα ήταν η σκέψη σου και την καλωσόρισα, αφού έφαγα πρώτα μια τρομάρα.



Το τραγούδι συνεχίζει να παίζει. Πιάνα και φωνές, τέλειες μέρες, τσιμπήματα στα μπράτσα και στα μπούτια, και παντού μεσαέξω. Κάτι άυλο έχει χώσει το χέρι του στην κοιλιά μου και μου γυρνάει τα σπλάχνα, κι αυτό δεν είναι το φασκόμηλο. Ηρεμιστικό, σου λέω. Αναλγητικό. Παυσίλυπο.

Σκέφτομαι τις τέλειες μέρες που πέρασα τον τελευταίο καιρό, με ή χωρίς εσένα. Διάκριση δύσκολη, αλλά ανέφικτη, όχι. Σε αγαπούσα πια ανιδιοτελώς και αγνά σαν παιδί, δε με εξουσίαζαν τα θηρία, όπως όταν σε είχα πρωτοερωτευτεί. Είχα ελευθερωθεί, και γι' αυτό δεν πόνεσα όταν έφυγες. Η αγάπη δεν μπορεί να πονάει. Η αγάπη είναι απαλοσύνη και ζεστή σιγαλιά, ψιθυριστή συνομωσία, δίχως κάψιμο και πυροτεχνήματα που κρατάνε δυο στιγμές. Αλλά και πάλι, ίσως λέω μαλακίες, γιατί η αγάπη είναι απλά απερίγραπτη.

Οι τέλειες μέρες, με σένα ή χωρίς εσένα. Το ίδιο συναίσθημα, η ίδια ελευθερία, το ίδιο γέλιο που διαλύει σύμπαντα και τα ξαναφτιάχνει με μια αναπνοή.

Ίσως αυτό, τελικά, να είναι η αγάπη. Μια τέλεια μέρα.

Και δεν έχω τίποτα άλλο να πω εκτός από το ότι σ' ευχαριστώ.

Σάββατο, 9 Οκτωβρίου 2010

Ημέρες του Τίποτα


Είχε συννεφιά και ήταν όμορφα σήμερα,
μα θαρρώ πως κάθε μέρα είναι όμορφη
αν μπορείς να ελπίζεις για το αντίθετο απ' ό,τι έρθει εν τέλει,
ή καλύτερα,
να μην ελπίζεις για τίποτα απολύτως.
Οι άνθρωποι στη Πάτρα έμοιαζαν χάρτινοι,
επίπεδοι.
Τους τσαλάκωνε ο άερας
και μούλιαζαν με τη δροσιά.

Στη πλατεία είχαν διοργανώσει έκθεση
τρόφιμοι του ψυχιατρείου της πόλης.
Είχαν βάλει μεγάλες φωτογραφίες
δίπλα απ' το μεγάλο άγαλμα
ενός παππά
φωτογραφίες που έδειχναν
γριές και γέρους
με στραβωμένα πρόσωπα.
Περπατήσαμε, με την Αγγελική,
μακριά, προς τα κατώτερα επίπεδα της περιοχής.

το βράδυ γυρίσαμε στο σπίτι
και όλα ένιωθαν ζεστά
ακόμα και οι πιο υγρές περιοχές του μπάνιου
με χυμμένα νερά
από σπασμένους σωλήνες.

κατέβηκα για να πάρω μια μπύρα
και τσιγάρα, με όσα κέρματα μου βρίσκονταν.
Στο ισόγειο οι πρέζοι
χάλαγαν το κόσμο,
τσακώνονταν βάναυσα,
φώναζαν ο ένας στον άλλο
για ψέμματα και χαμένα λεφτά από νταλαβέρια.
Περπάτησα έξω απ' τη πολυκατοικία
και χάθηκα στα λιγοστά φωτάκια
του δρόμου.

Οι άνθρωποι είχαν φορέσει κοστούμια
μωβ και κόκκινα φουλάρια
μεγάλα τακούνια ή πεντακάθαρα σκαρπίνια,
ίππευαν άλογα από χρώμιο
και λαμαρίνες
που έκλαναν κατάμαυρα αέρια
και σου έξυναν το κεφάλι
με τον ήχο από
σκουριασμένους υαλοκαθαριστήρες.
Οι άνθρωποι ήταν βαμμένοι
σκουπισμένοι απ' όποιον ιδρώτα,
διεκδικούσαν την επιλογή στην ευχαρίστηση
και αυτό είναι το μόνο στο οποίο ταυτιζόμουν με αυτούς
αν και 180 μοίρες πιο ανατολικά.

Πλήρωσα τον περιπτερά
πήρα τη σακούλα στα χέρια μου
και κατευθύνθηκα πίσω, στο διαμέρισμα
ξέροντας πως τα πρεζόνια
ακόμα θα χτυπιούνται και θα φωνάζουν,
τα νερά στο μπάνιο
θα παραμένουν ζεστά,
δυο πράσινα μάτια
θα μου κάνουν τη χάρη να με κοιτάξουν έντονα
ερωτικά
και αυτό ακριβώς χρειάζομαι
τις μέρες αυτές της Ηρεμίας,
του Τίποτα.

Κυριακή, 3 Οκτωβρίου 2010

Κάτι ενδιαφέρον



Όλη η μέρα ήταν κενή ακριβώς επειδή δεν είχε να μοιραστεί τίποτα με τον οποιονδήποτε δε τολμούσε να της ρουφήξει τα στήθια θρασύτατα μέχρι αυτά να στερέψουν.
Πίναμε, αφεθήκαμε να πίνουμε περιμένοντας κάτι ενδιαφέρον να γίνει.
Είδαμε μια νυφίτσα να τριγυρνάει απέναντι, στο σπίτι των παπιών στο ποτάμι.
Ο Γιώργης τη πλησίασε παρατηρώντας την από κοντά και αυτή του έδειχνε τα δόντια της.
Η νυφίτσα έφυγε, αφού έφερε πρώτα τρεις βόλτες ακόμα.
Σύνεχίσαμε να πίνουμε, αφεθήκαμε να πίνουμε περιμένοντας κάτι ενδιαφέρον να γίνει.
Κόσμος περνούσε και έμοιαζε να ακροβατεί σε καραβόσκοινα.
Περπατούσαν όλοι σα να ήταν σίγουροι ότι θα ψόφαγαν αύριο μαζικά
μα κανείς δε πήρε τη πρωτοβουλία να γιορτάσει ένα επικείμενο τέλος
παρά να κλαψουρίσει για το την εκμηδένιση μιας νέας αρχής.
Συνεχίσαμε να πίνουμε, αφεθήκαμε να πίνουμε περιμένοντας κάτι ενδιαφέρον να γίνει.
Σουρούπωνε και τίποτα δε μας έδινε κάποια υπόσχεση για ζωή.
Ξεφύλλισα κάτι λόγια του Βανεγκεμ,
έστριψα ένα τσιγάρο παραπάνω,
κατευθηνθήκαμε προς το πλησιέστερο μπαράκι.
Ο Γιώργης έστριψε και χάθηκε στο δρόμο, κουρασμένος.
Μπήκα μέσα και κάθισα σιωπηλά σε ένα τραπέζι,
παραγγέλνοντας μια βότκα σκέτη και ένα ποτήρι νερό.
Συνέχισα να πίνω, αφέθηκα στη βότκα περιμένοντας κάτι ενδιαφέρον να συμβεί.
Μια φωνή να ακουστεί στην άκρη του αυτιού,
"Ε, θέλεις να μπλέξεις μαζί μου; Ε; Ε;"
και μπουκάλια να σπάσουν σε κεφάλια,
μια γλυκιά ματιά από μια γλυκιά ξεμέθυστη γυναίκα,
ένας πόνος στο σώμα για να σου θυμίζει ο οργανισμός ότι είναι παρών σε όλα.
Αφέθηκα στη βότκα περιμένοντας κάτι ενδιαφέρον να ξετυλιχτεί μπρος μου.
Τίποτα δεν έγινε,
παρήγγειλα άλλη μία και παρατήρησα
τους μουσαμάδες, τους καθρέφτες, τα άδεια μπουκάλια στα ράφια,
το απαρχαιωμένο μηχάνημα του DJ,
τα αξύριστα μούτρα των τελευταίων καλοπερασάκηδων της νυχτιάς.
Ήπια άλλο ένα ποτήρι
και θαρρώ πως τότε κάτι ενδιαφέρον έγινε
αλλά δε πρόλαβα
να το παρατηρήσω.

Τετάρτη, 25 Αυγούστου 2010

Μήτρα


Όποιος δε σκέφτηκε το ότι
το να γλύφεις καυλωμένες
υγιείς ρόγες
μεθυσμένος,
τιποτένιος,
ρώγες που σε δέχονται
ενώ κάλλιστα θα μπορούσαν να σε
είχαν πατήσει,
πετάξει στα σκουπίδια,
ενώ είσαι ένα μεθυσμένο σκατό,
ένα τίποτα,

όποιος δε σκέφτηκε ότι αυτό
είναι ευλογία
έστω στιγμιαία,
δε ζει
παρά μόνο
αναπνέει
μα θαρρώ
πως κανείς μας
κανείς από μας
δε γεννήθηκε
σε αυτή τη κωλοτρυπίδα
για να αναπνέει απλά
όσο δύσκολη
και να είναι
η διαδικασία
της αναπνοής

αν το καλοσκεφτείς

το σύμπαν
θέλει να μας εξολοθρεύσει
τα ίδια μας τα κατασκευάσματα
θέλουν να μας δουν να σερνόμαστε
οι γονείς,
τα παιδιά μας,
οι γνωστοί,
χαμογελάνε πολλές φορές
με το ότι κάναμε εμείς το λάθος
και όχι αυτοί
άρα βγήκαν σωστοί
δήθεν σωστοί

μια γεμάτη μπανιέρα
με ζεστό νερό
και αφρό
μια υπόσχεση για δύναμη
ισχύ απεριόριστη
προερχόμενη από εσένα και μόνο εσένα
μια εικόνα μελλοντική
του να πονάς και να πονάς και άλλους
και να είναι όλα όμορφα

ό,τι θες
μπορείς να το χεις
αν αφεθείς για λίγο
στην Άβυσσο
που ο ίδιος
δε ξέρεις ότι έχεις
μέσα σου
μα το ήξερες ταυτόχρονα
πριν καν
πεταχτείς όξω
από μια
αφιλόξενη μήτρα

Σάββατο, 17 Ιουλίου 2010



Πολύ φιλοσοφία
γύρω απ το τίτλο
του "δημιουργού"
λες και
η δήθεν Τέχνη
δεν είναι απλά
ένα πρεζοπούτανο
που πρέπει να του
σκας τις μπάτσες του
όταν παρεκτρέπεται
μα
μια
θεότητα

Μ'αρέσει η ρομαντική
προσέγγιση
στο τίτλο του "δημιουργού"
"Ο Εραστής της Θεάς"
"Ο Ποιημένας"
με κάνει
να χαμογελάω

το θέμα βέβαια
συζητιέται
από τότε που ο Φλωμπέρ
είπε ότι
ακόμα και το σκατό
της καθημερινότητας
έχει
τη ποίησή του

Τι σε κάνει
να πιστεύεις
ότι αυτό που έφτιασες
σε χαρτί
καμβά
μάρμαρο
ξύλο
στο περφόρμανς σου
είναι
κάτι ανώτερο
απ' τη φωτιά
που σε καίει
να φτιάξεις
το τελευταίο
σκατό
του κόσμου;

Είναι πούστικια
η δημιουργία
και αν αφήσεις
τρίτους
να σου φουσκώσουν
τα μυαλά
έχασες ήδη
το παιχνίδι

να χαίρεσαι
όταν ακούς
ότι ζωγραφίζεις
μουτζούρες
ενώ ζωγραφίζεις
κόκαλα και άμμο
να χαίρεσαι
όταν ακούς
ότι γράφεις κούφια λόγια
ενώ γράφεις
για τη ζωή σου γενικώς
να χαίρεσαι
όταν ακούς
ότι σκαλίζεις εκτρώματα
ενώ σκαλίζεις
το παρελθόν σου

Να χαίρεσαι
όταν έστω
και μια ψυχή
ειλικρινά
θα υποκλιθεί
στο τίποτα
που παράγεις

και μετά
θα'ναι η σειρά σου
να
υποκλιθείς
και αυτό
θα σε κάνει
πιο αγνό
και απ' τη λάβα
που ξεχύνεται
απ' το κρατήρα
και καταναλώνει
πολιτισμούς
ακόμα και αν

αντί για φλόγα
μέσα σου καίει
η
Βροχή

Παρασκευή, 16 Ιουλίου 2010



Η λαομάνα θάλασσα φυσομανούσε και οι ομπρέλες έτριζαν και περίμεναν το κάτι να φανεί μέσα από μια ομίχλη ακαλαίσθητης ηλιοκαψούρας, μια θερμοκρασία που έλιωνε το αμόνι και σμίλευε το ατσάλι κατά βούληση, φτιάνοντας γλυπτά προς τιμήν του Ατρόμητου Άγνωστου Παραθεριστή.

Ο Λεγεών έφτασε στο μικροσκοπικό αναψυκτήριο και έσουρε μια καρέκλα προς το μέρος του. Ακούμπησε τη σακούλα στο μπλε ξεβαμμένο τραπεζάκι και έβγαλε από μέσα της ένα πακέτο καπνό και στα συνοδευτικά της χειροτεχνίας του, κλειδιά για το σπίτι, ένα βιβλίο του Μπουκόφσκι και λίγα κέρματα. Έγνεψε στο σερβιτόρο για να του φέρει τον γνωστό πλέον, γλυκό καφέ, τον πρώτο της ημέρας. Άρχισε να ξεφυλλίζει τον Μπουκόφσκι και έστριψε ένα τσιγάρο.

Οι γυναίκες άραζαν στις ξαπλώστρες σε σειρές, άφηναν τον ήλιο να τις χουφτώνει και ο Λεγεών αναρωτήθηκε αν θα μπορούσε να φορέσει μια προβιά από ακτίνες, που να λάμπει με χίλια χρώματα, και να τολμήσει το ίδιο. Ακύρωσε τον καφέ και παρήγγειλε μια μπύρα. Η σκέψη του καφέ του έφερε αναγούλα, μόλις συνειδητοποίησε το ότι οι γυναίκες απέναντί του σήκωναν τα πόδια στον αέρα, απαλά και βελούδινα, ξαπλώνοντας μπρούμυτα μπρος απ' την υγρή αντάρα δίπλα τους, ο αφρός τις τσίμπαγε γλυκά στη πλάτη και αυτές του το ανταπέδιδαν απλώνοντας την αλμύρα σε όλο το κορμί τους.

Διάβασε ένα ποίημα που είχε τίτλο "Ο θάνατος και η λευκή κόλλα", στη συνέχεια έκανε ένα διάλειμμα και προσποιήθηκε πως διάβαζε, κοιτώντας ανάμεσα απ' τις ξαπλώστρες, για κάποια άλλη κίνηση απ' τις γυναίκες. Η μία είχε πορτοκαλί μαλλιά και είχε σηκωθεί όρθια, κοιτώντας με γυρισμένη τη πλάτη προς το μέρος του την επιφάνεια των κοκκινομπλε χαλικιών που την περικύκλωνε. Αν αυτά τα κοκκινομπλέ χαλίκια μπορούσαν να έχουν μυαλό και γεννετηικά όργανα, θα υπήρχε απερίγραπτα πολύ υλικό για καταγραφή, σκέφτηκε ο Λεγεών. Ρούφηξε τη μπύρα του, διάβασε ακόμα ένα ποίημα με τίτλο "Φίλος-Μοντέλο" και στοίβαξε τα κέρματα στο τραπεζάκι. Ύστερα έβαλε τον καπνό και τα υπόλοιπα σύνεργα στη σακούλα, μετά το Μπουκόφσκι και μετά τα κλειδιά, και ακολούθησε τη φρέσκια καυτή πίσσα του δρόμου προς το σπίτι.

Μπήκε στο μπάνιο, έχεσε, ιδρώνοντας απελπιστικά. Σκέφτηκε να κάνει ένα ντους μα το απέφυγε, βαριεστημένα. Πήρε δύο μπύρες απ' το ψυγείο, μπήκε στο δωμάτιο του παιδικού του τίποτα, μισόκλεισε τη πόρτα, έστριψε άλλο ένα τσιγάρο, τράβηξε τη κουρτίνα, άνοιξε τη μία μπύρα και ρούφηξε μια καλή, και στο τέλος βάλθηκε να προσπαθεί να βρει κάτι για να γράψει.

Και αυτό είναι ό,τι κατάφερε προς το παρόν.

Δευτέρα, 12 Ιουλίου 2010

Ζογκλέρ



Το δάχτυλο πονάει
επειδή ο αναπτήρας
αρνείται να φωτίσει
το καπνό στην άκρη του χαρτιού
όπως οφείλει να κάνει.

Το κεφάλι τσούζει
επειδή απ' το μεσημέρι
γεύομαι το νέκταρ απ' το ποτήρι
αφημένος μόνος μου
στην μέση του πουθενά της τσιμεντούπολης.

Η ψωλή ταρακουνιέται
επειδή πάντα ακόμα και ο άσχημος ανήρ
θα έλκεται απ' την απλή αρχή
της σαρκός, προφανώς,
με πανέμορφες γυναίκες.

Η ψυχή γελάει υστερικά
επειδή σήμερα διαβάζω πάλι Μπουκόφσκι
και ασχέτως του τι παράγει ο καθείς
ακόμα μένω στην αρχή. στην εκίνηση
χελώνα τριχωτή
ας τρέξουν
οι κούνελοι
να κερδίσουν
το χρυσαφένιο
κουράδι
του
πάντα
μεις απλά
θα αράζουμε
και θα γελάμε
στην εκίνηση
μιας και κανείς
δε μας χάρισε ποτέ
τίποτα.

Δευτέρα, 28 Ιουνίου 2010

Ωραία ζωή


Γυμνά κορμιά
και η Αγγελική αισθάνεται ενόχληση
ξεραμένη περίοδος
βλέπεις.

"Μη, σταμάτα"

Το στομάχι κατρακυλάει
ο πούτσος παρακαλάει
τετραγωνάκια αίματος
σαν tetris
στη ψωλή
Μα είναι όλα
όμορφα
ωραία
γαλήνια.

Άλλες δύο μπύρες
στο ψυγείο
διπλές
και τα πρεζάκια
στο κάτω όροφο
έσκουζαν μέχρι πριν λίγο,
μάλλον ο τύπος
βάραγε τη σιχαμένη γκόμενά του
με το κεφάλι
σε κάποιο έπιπλο

ΜΠΑΠ
και
ΜΠΑΜ
και
ΜΠΑΠ
και
ΜΠΑΜ

και
Α ΣΤΟ ΔΙΑΛΟ ΜΑΛΑΚΑΑΑΑ
και
ΜΠΑΜ
και
ΑΑΑΑΑΑΑΑΡΡΡΡΡ ΜΑΛΑΚΑ
και
ΜΠΑΜ
και
ΤΑΚΗΗΗΗΗΗΗΓΓΚΧΧΧ
και
ΜΠΑΜ
και
ΜΠΑΜ
και
ΜΠΑΜ

και ησυχία
και οι
μπύρες
ακόμα στο ψυγείο
έτοιμες
να τις πιω.

Ωραία ζωή
έτοιμη
για
αναζητήσεις
και
θεωρίες
δίχως
νόημα.

Πέμπτη, 17 Ιουνίου 2010

Τσιμέντο



Όλα όσα δε θα γραφούν ποτέ
μέσα στα ούλα και στην άκρη της γλώσσας
να περιμένουν να βρουν ζωή

και όλα όσα δε θα ακουστούν
όσοι αιώνες και να περάσουν,
να τσούζουν το κούτελο
και να γρατζουνάνε τα μάγουλα,

όλα όσα δε θα βρουν τρόπο
να περάσουν ποτέ
με οποιοδήποτε τρόπο
από μένα
σε σένα
και στους άλλους

γι'αυτά τραγουδάω
σιγομουρμουράω
γρυλίζω μεθυσμένος
σα ποταμόσκυλο αδέσποτο

και ξέρω ότι
με τις λίγες λέξεις
που θα διαβάσεις
θα ξύσεις το κεφάλι
και θα γιορτάσεις
το ότι
πέθανε η Πράξη
και έμεινε η Μορφή

όπως και να το κάνεις
δώσε δίκανο και στον πιο
ειρηνικό κάτοικο της Μέσης Πολιτείας
και θα σε πάρει
και μένα
και σένα
και όλους
μαζί
στη μαυρίλα
του τίποτα
κάτω απ' το τσιμέντο.

Τασάκι είσαι
και το ξέρεις.
Αδειάζω πάνω σου
τινάζεις στάχτες πάνω μου
κλάσε μου
τ'αρχίδια
και ίσως
ίσως
στα κλάσω
κι εγώ.

Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2010

Μεσάνυχτα, ωραία.



Πλακάκια είναι γκρι
και το ποτάμι κυλάει
και κυλάει και κυλάει
ουροβόριος κύκλος.
Ωραίος.

Στα ενδιάμεσα πολιτισμού
μεταξύ σκότους και κάτι παραπάνω από
ψευδοφωτός παραγόμενου
από τους άλλους
((που λεν, "άλλους"
μεις είμεθα δαύτοι))

έμπαινες στη πόρτα
του μπαρ
και λόγω πολυκοσμίας
ήσουν λες και
έμπαινες
σε μια μήτρα σιχαμένη
η εναλλαγή
απ' τη γέννηση
στο επίσης μηδέν
έβλεπες
20,000,000 σπερματοζωάρια
να πα να γονιμοποιήσουν
ένα ή δύο
ωάρια
που χορεύανε πάνου
στη μπάρα τη ξύλινη
και σπρωχνόσουνα
για να μπεις
όλο και πιο μέσα
"δε με νοιάζει αυτό στο οποίο μπαίνω
αρκεί να βρω μια ήσυχη γωνία
και γονιμοποιήστε σεις το ωάριο
παρακαλώ,
μα, τι λέτε,
ευχαρίστησής μου!
Παρακαλώ"!

Βέβαια οι φιγούρες ήταν πιο
άγαρμπες στην αρχή
ντυμένες όλες, περίεργο πράμα
με μετενσαρκώσεις του άσπρου και πράσινου
μέσα στο σκοτάδι
και χορεύανε
όπως χορεύει μια ανάσα
μελλοθάνατου
πάνω στο τζάμι
με μηδέν βαθμούς κελσίου
απόξω
με τέτοιο πάθος δηλαδή
πάνω στο πάγκο
και τότε ένιωθες ολόκληρος,
άντρας,
μέσα στο μηδέν και στην απουσία ταυτότητος
είσαι σκεπασμένος
με τη γλίτσα
του "κάνω
μα όχι, όχι τώρα,
ποτέ"
μερικές γυναίκες
απλά θα χορεύουν μέσα στο σκοτάδι
για πάντα
και συ θα πίνεις
αγνοώντας τες
όχι λόγω ανωτερότητας
μα επειδή
σε νοιάζει το να
πιεις
και να πας σπίτι
να καπνίσεις
1 τσιγάρο
παραπάνω.

"Μου κάνει, λες και τους στοιβάζουμε όλους δω μέσα, στο σαρδελόκουτο, με τη βία, τους χτυπάμε και στα τύμπανα εξωφρενικά δυνατή σε ντεσιμπέλ μουσική, και κενή σε νόημα, και τους αναγκάζουμε με όπλα να μείνουν μέσα σε κάθε περίπτωση"
((ήχος από μπουκάλι να σπάει, κώλος που κουνιέται στο ενδιάμεσο, ζαρωμένος μα σίγουρος για τον εαυτό του, μα όπως και να'χει, αδιάφορος))
"Μένα μου κάνει σα τη μήτρα. Ή σα τη Κόλαση. Ή τα δύο μαζί".
"Άρα η μήτρα είναι η κόλαση;"
"Δε ξέρω".

Να πα να γαμηθεί ο Πλάτων και τα γιουσιούφια του.
Κανένας κόσμος ιδεών δε περιμένει πριν τη γέννηση
και καμία ανάμνηση δεν είναιθ βάλσαμο.
Ο μόνος κόσμος ιδεών που ξέρω
είναι ένα χωράφι τίγκα στις τσουκνίδες
και πριν τη γέννηση
είναι η αυτοανακύκλωση.

Σκουπίδια δεν είμεθα,
στη συμπαντική σκακίερα;

Ή μπας και φαντασιωθήκατε
ή φαντασιωθήκαμε
ότι είμεθα "ξεχωριστοί";

Τελευταία μπύρα του κόσμου
σε μένα
και δε σηκώνω κουβέντα
καν.

Δευτέρα, 14 Ιουνίου 2010

Παπάρες



"Τρεις φορές έγραψα το ίδιο σημείο με διαφορετικό τρόπο και το έσβησα και τέταρτη. Δε θυμάμαι καν με τι είχε να κάνει, καθώς μου κατέβηκε στη γκλάβα μια υπερτεράστια ιδεάρα ενώ τα έβλεπα όλα τριπλά, να ανοίγουν μπροστά μου, μα άργησα να την βάλω μπρος γραπτά και την έχασα τελείως, έμεινα με τις λεπτομέρειες των λεπτομερειών και αυτές από μόνες τους δε μπορούσαν να σταθούν, παρά μόνο σε τραπεζοσυζητήσεις ταβέρνας, μα και πάλι, δίχως την αίγλη της ειλικρίνειας και το πάθος της κατανάλωσης. Έρευνα δεν είχα κάνει για τίποτα, διότι βαριέμαι να κάνω έρευνες για κάτι που θα γράψω. Παράτησα και τις επαφές για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, μέχρι νεοτέρας ειδοποίησης δηλαδή από την κούτρα μου την ίδια"

((ξύσιμο δαχτύλων εκτοξευόμενων από τρύπια κάλτσα, έντονος βήχας, κατακοκκινισμένο πρόσωπο να παρατηρεί τη μεριά του συνομιλητή συνομιλητή))

"Έχω και αυτή τη μαλακία εδώ μέσα" ((δείχνοντας το δόντι)), "που μου σάπισε τελείως. Ή έστω κάτι παρόμοιο, μιας και δε βλέπω να χει μαυρίσει. Βασικά, κουνιέται σα διάολος, και απορώ και ο ίδιος πώς και δε το βγαλα με τα χέρια μου μεθυσμένος κανέναν βράδυ. Είμαι περισσότερο χέστης απ' όσο πίστευα"

((γέμισμα ποτηριού, μουσκεμένο χαρτομαντηλο πίσω από την οθόνη του υπολογιστή, άδεια κουτάκια με φιλτράκια δίπλα απ' το πληκτρολόγιο και πεταμένα κλωνάρια και σπόρια κάτω απ' τον καναπέ))

"Βασικά, το μηδέν το απόλυτο. Αυτή η περίοδος είναι νεκρή. Πώς είναι ο κρεμασμένος που εκσπερματώνει ενώ κρέμεται, αφήνοντας τις τελευταίες πνοές; Τα τάλαρά της τα κάτασπρα τρώμε στο κούτελο. Τα καλοκαιρινά βράδια φέρανε μεγαλύτερη απόλαυση των αισθήσεων, μα με κάποιο παρόμοιο τρόπο, η ίδια καύλα αυτή η πρωταρχική για εποχιακά ρομάντζα, έβγαλε νοκ-αουτ την όρεξή μας για οτιδήποτε. Λες και περπατάμε υπνωτισμένοι από την φλογέρα του μυστήριου τύπου εκείνου. Ξέρεις. Με τα ποντίκια."

((αργές ανάσες, ξεραμένα πατατάκια, κατάμαυρα, στα πλακάκια, δίπλα από άδειες ζελατίνες και πλαστικά ποτήρια πλακουτσωμένα από σόλες φιλικές))

"Και κάθομαι σου λέει, και κάθομαι, και κάθομαι. Όποιος ζωγραφίζει, γράφει, πελεκάει πέτρες, χαράζει ξύλα, ό,τι και να κάνει εν πάσει περιπτώσει που μπορεί να το χαρακτηρίσει δημιουργική διαδικασία, είναι ένας παπάρας. Μα το Θεό, δε μπορώ να βρω σωστότερο χαρακτηρισμό. Όση εσωστρέφεια και να σπαταλήσει, παραμένει κουκούλι άδειο. Άρρωστος είναι, για την ακρίβεια. Ξέρεις. Δε μπορεί να έχει τα λούσα και το μπερντέ, οπότε κλείνεται στον εαυτό του και προσπαθεί να βγάλει τα ντέρτια του στο υλικό του. Άμα είναι κωλόφαρδος, και μπορέσει τα ντέρτια του να τα απεγκλωβίσει από τη κλαψομουνίαση τη ναρκισσιστική, ώστε να μπορέσουν να σταθούν σα σύμβολα οικουμενικά και να ταυτιστούν με συγκεκριμένες πτυχές του ασυνείδητου των θεατών-τουριστών του, τότε λαμβάνει και τα λούσα και το μπερντέ. Ειδάλλως απλά μουρλαίνεται και κοπανάει τοίχους από μαξιλάρια αντί για στόκο χτισμένους."

((ουρανίσκος ζεστός, χαραγμένα νούμερα πάνω στο πλαστικό του υπολογιστή που δε θυμάται κανείς τι είναι, χαρτούρα και βιβλία στοιβαγμένα μαζί με άπλυτα ρούχα παντού τριγύρω στο διαμέρισμα))

"Γι'αυτό είναι λένε θέμα για τύπους και τύπισσες με κλαπαναριά. Να έχουν την ανάγκη να κατακτήσουν τα πάντα, μα να μπορούν ταυτόχρονα μέσα από τον απόλυτο ρεαλισμό της βιοπάλης να βγάζουν το μηδέν, το πρωταρχικό της αφής και της υφής, της φόρμας και του νοήματος, όλα αυτά απογυμνωμένα από το τώρα και το εδώ, λουσμένα και φτυμμένα από προ-ανιμιστικές περιόδους. Ή μήπως το να θες να αγγίξεις τα Πάντα και τα Πάντα να είναι στην ουσία το Ένα Μεγάλο, δεν είναι το ίδιο με τις τότε ομάδες πιθηκοειδών-προγόνων μας που αντιλαμβάνονταν το χρόνο αφηρημένα, σα μια μεγάλη σπείρα, και ζούσαν τρόπω τινά μέσα σε μια τεχνητή αιωνιότητα; Πριν καν κλάσει ο πρώτος τρωγλοδύτης κάτω απ' το φεγγάρι και παρατηρήσει ότι η κλανιά του λούστηκε με μπλε φως, παραδεχόμενος τότε ότι το φεγγάρι είναι θεότητα, η φάση ήταν η ίδια. Φτιάχνανε τα μαγικά τους με τις σπηλαιογραφίες, να πούμε, και ταυτόχρονα φέρνανε και το φαγί στο σπίτι. Ωραίοι είμαστε. Πολύ ωραίοι, θαρρώ."

((πάτημα πλήκτρων, αργή μα σταθερή έλλειψη ενδιαφέροντος προς το συνομιλητή, μονόλογος))

"Αντε λοιπόν. Γράψτε να πούμε ακίνδυνα. Για φανταστικές ιστορίες μπουρδέλων στα οποία δε πήγατε ποτέ, και εμπόρων ναρκωτικών και μυστικών πρακτόρων που δε γνωρίσατε ποτέ. Ή σε μια ατελείωτη μεταφορά, αέναο συμβολισμό, με τη μια άναρχη λέξη μετά την άλλη δίχως μεγαλύτερο νόημα να στεγάζουν, απλά και μόνο επειδή έτσι φαντάζει το αποτέλεσμα περισσότερο κουλτουριάρικο. Ή ιστορίες αγάπης με ακριβά παπούτσια και διλήμματα εφηβείας, όταν μία τόνγκα, ένα αποτυχημένο φλερτ ή μια διαλυμένη σχέση 2 χρόνων που πήγε στράφι από τον ρεαλισμό της απλής λογικής του να φας και να πιεις, προσδιορίζουν απολύτως και την έλλειψη ρίσκου στη ζωή. ΜΠΟΥΜ! Όμως! ΜΠΟΥΜ τα κανόνια! Διότι η εποχή είναι ανελέητη, όπως όλες οι εποχές άλλωστε, μέρες μεγάλες σαν εποχές, αυτό θέλω να δω γραπτά. Και ΜΠΟΥΜ τα κανόνια! Πορφυρές λέξεις να ντύνονται με τους μανδύες της εμπειρίας, αυτό θέλω να διαβάσω! Και ΜΠΟΥΜ τα κανόνια! Να σου κόβουν τα πόδια και να τρέχεις, να σου κόβουν τα χέρια και να σέρνεσαι με το σαγόνι, να σε αποκεφαλίζουν και να ματώνεις τα πάντα ενώ ψοφάς για να τους χαλάσεις το παιχνίδι, αυτό θέλω να νιώσω! Και ΜΠΟΥΜ τα κανόνια, και ΧΡΑΠΑΧΡΟΥΠΑ οι μπαλοφιές, και ΣΚΡΑΣΣΣΣ τα κρασοπότηρα στα πλακάκια! Γι'αυτό σου λέω" ((τραγουδιστά σα τενόρος αποτυχημένος)), " μαλάκες και παπάρες όλοι μας, είμεθα! Μαλάκες! Και χαιρόμεθα, ευχαριστούμε πολύ κύριε, κλείστε τη πόρτα πίσω σας, στη λογοτεχνική σας έκτρωση!"

((ο συνομιλητής φεύγει, συνέχεια του τραγουδιστού μονόλογου, ΣΚΡΑΣΣΣ το κρασοπότηρο κατά λάθος στο πλακάκι))

Πέμπτη, 10 Ιουνίου 2010

Σχεδόν Μεσοκαλόκαιρο



Μεσοκαλόκαιρο και το φως βασιλεύει αμείλικτα, θυμίζοντας μυθολογικές τυραννίες ηλιακών θεών που ήρθανε και χτύπησαν τις Κυρές του Φεγγαριού.
Ώρα όγδοη εσπερινή, είμαι ήδη στο δεύτερο ούζο, γελάω ανάλαφρη, γεμάτη μέρα σήμερα, γεμάτη κόπο, τρέξιμο, χαλάρωση μετά και λίγη φωτοσύνθεση, καθώς άπλωνα τα κανιά μου να λιαστούνε στα Εξάρχεια.

Στο σπίτι, η δροσιά των τεσσάρων τοίχων μού θυμίζει το ασβεστωμένο σπίτι της γιαγιάς μου, εκείνο το νεραϊδόσπιτο που έπαιζα μικρή, και στεκόμουν στο αυτοσχέδιο, ξύλινο μπαλκονάκι να επιθεωρώ την χαράδρα κάτω σαν βιγλάτορας. Το σπίτι έχει πια γκρεμιστεί, η τύχη της χαράδρας αγνοείται, σίγουρα δε θα την ξαναδούμε και οι καινούριοι τοίχοι δε θα είναι ασβεστωμένοι.

Δε γαμιέται. Κάποια πράγματα πρέπει να τελειώνουν, μού λέει ένας φίλος μου, εμφανώς προβληματισμένος, λέει ότι δεν έχει ψυχή και γελάω μαζί του, γελάω γιατί νομίζει ότι δεν έχει ψυχή και γελάω επειδή έχει πλάκα πώς το μεσοκαλόκαιρο ενώνει τα μυαλά των ανθρώπων.

Πού να ήταν και νύχτα. Πού να μας τύλιγε το ζεστό, υγρό σκοτάδι της Αθήνας, άχρονη μήτρα, να μας κάνει να κουλουριαστούμε σαν αγέννητοι στην πανσπερμία της ύπαρξης. Όταν είσαι αγέννητος, έχεις τη δύναμη να γίνεις ό, τι θέλεις σχεδόν, μόνο που δεν το ξέρεις. Είσαι παντοδύναμος και τόσο ανυπεράσπιστος συνάμα, ένα χάος σε σμίκρυνση.

Αναμονή της νύχτας και γλυκιά θολούρα. Κάποια πράγματα τελειώνουν για να αρχίσουν άλλα, λέω στο φίλο μου, θέλω να τον ελευθερώσω, πώς να ταρακουνήσεις όμως ένα πεισμωμένο, μεσοκαλοκαιρινό κεφάλι. Και ποια είμαι εγώ πού θα τον ελευθερώσω, όπως και να ΄χει, εδώ αγωνίζομαι νύχτα-μέρα να σπάσω τα δικά μου δεσμά και η anima liberatrix εξαντλείται. Έχω γέλιο ίσα ίσα για να βγάλω την επόμενη μέρα. Και την επόμενη μέρα, τσίμα-τσίμα για τη μεθεπόμενη. Η κρίση είναι μέσα μας, τελικά.

Άμα ήταν νύχτα, ίσως να γελούσα παραπάνω. Μου έλειψε να καίγομαι μαζί του, μου έλειψε να καίγομαι με ανθρώπους αγαπημένους από τα παλιά, γενικώς. Εκεί που η σιωπή είναι γεμάτη, σπάνια και πολύτιμη σαν καλοκαιρινή νύχτα. Και μου κακοφαίνεται που γεμίζω τον ουρανίσκο μου οινόπνευμα ενώ έξω έχει ακόμα φως – αλλά δε γαμιέται. Σύντομα η δικτατορία του φωτός θα πάρει τέλος. Η ξεδιαντροπιά της μέρας θα μπει σε μια τάξη, θα μικρύνει, θα έρθουν νύχτες μεγαλύτερες, καλοκαιρινές, στοργικές. Το φεγγάρι θα φτιάξει ξανά κι άλλες, παλλόμενες ψευδαισθήσεις. Χρειαζόμαστε κάπου-κάπου τις ψευδαισθήσεις, χρειαζόμαστε κάπου-κάπου τα παραμύθια. Πάνω από όλα, χρειαζόμαστε τον παλμό και τη στοργή.

«Νύσταξα», λέει ο επίσης μεθυσμένος φίλος μου, από την άλλη άκρη της γραμμής.
«Πήγαινε κοιμήσου.»
«Εσύ τι θα κάνεις;»
«Θα περιμένω τη νύχτα.»

Δευτέρα, 31 Μαΐου 2010

Timeless

Ξαπλωμενη αργα, τα βραδια εχω τον Μορφεα διπλα μου. Με σκεπαζει στο μανδυα του και μουρμουριζει νανουρισματα στι γλωσσα των Θεων. Ειναι παλιος, χωρις χρονο, χωρις ουτε μια υποψια αγαπης.

Καμια φορα γυρναω, τον κοιταω, με αρπαζει σε ενα παθιασμενο φιλι και με αφηνει αναισθητη, νεκρωμενη για ωρες με τα ματια κλειστα, τα χειλη ανοιχτα το σωμα πληρως παραδομενο στα ματια του. Υστερα, παντα λιγο πριν ξυπνησω, σερνει τον δεικτη στο λακακι του λαιμου μου και κατω... πιο κατω. Μου φιλα τα ματια και εξαφανιζεται. Το πατωμα δεν τριζει, η πορτα δεν ανοιγει, λιγο παιζει η κουρτινα σαν απο ανασα. Ξυπνω σε ενα δωματιο αδειο με τη μυρωδια του ακομα διασπαρτη στο κρεββατι και την μερια του ζεστη.


Ποτε μου δεν αγαπησα το Μορφεα, απο μικρη, πολυ μικρη εδωσα την καρδια μου στον αδερφο του. Σκοτεινος, ψηλος με ωμους στενους και μαυρα ματια, μαυρα σαν τη νυχτα. Μπορει να φιλα τα χειλη μου ο υπνος τα βραδια, μπορει η καπα του να με σκεπαζει και το κορμι του να με κρατα ζεστη, κολλημενη στο στηθος του. Μα ειναι νυχτες που ο Μορφεας φτανει στο παραθυρο μου και δειλιαζει. Ειναι νυχτες που φευγει για να βρει αλλες γυναικες, πιο ομορφες απο μενα, πιο ποθητες απο μενα.


Ειναι νυχτες που ο Θανατος γλυστρα στις σκιες της καμαρας μου. Τον ενιωθα στην αρχη να με κοιταει απο την ακρη του κρεββατιου. Το χερι του αγγιζε λιγο την κουβερτα πανω απο το ποδι μου και μετανιωμενος το τραβουσε αποτομα μονο και μονο για να το αφησει ξανα στο ανευρο ακρο μου. Υστερα πλησιασε, καθισε διπλα στη γαμπα μου, γονατισε διπλα στο προσωπο μου κρυμμενος παντα στις σκιες, ισως ειναι η παρουσια του που τις καλει.


Ειναι νυχτες σαν αυτες που κειτομαι ξυπνια, σφιγμενη, αεικινητη. Ειναι νυχτες σαν αυτες που αναδευομαι συνεχως κατω απο τα σεντονια. Ειναι αλλες νυχτες, με το χερι του Μορφεα περασμενο χαλαρα γυρω απο τη μεση μου που ο Θανατος ανοιγει την πορτα και πατα ακριβως στο σανιδι που τριζει, ακλονητος στην εξουσια του.


Γνεφει αποτομα στον αδερφο του.

Αυτη ειναι δικη μου.” και βγαζοντας το σκιωδη μανδυα του ξαπλωνει διπλα μου, μεσα μου, πανω μου. Ειναι σαν να βυθιζομαι στην πιο βαθεια θαλασσα. Σιωπη, ησυχια και ασφαλεια, τοσο εντονες που δεν προσεχεις το νερο στα πνευμονια σου, δεν καταλαβαινεις τον πνιγμο σου. Ειρωνικο, ουτε το νερο καταλαβαινει οτι σε πνιγει.


Το δερμα του ειναι χλωμο και ζεστο, οι φλεβες του σκουρες γαλαζιες και χοντρες σαν κλωνοι φυτου. Σερνονται κατω απο την επιφανεια τελεια απλωμενες, βαθια μεσα στο στηθος του χτυπα σταθερα μια καρδια. Δεν αλλαζει ποτε ρυθμο οσο βιαια και να με αρπαζουν τα χερια του, οσο δυνατα και να με σφιγγει πανω του. Ενα αεναο ταπ... ταπ... ταπ... σαν κορακιου φτερουγα εισβαλλει στα αυτια μου. Τοσο εκκωφαντικα δυνατο που ακουω καμια απο τις φωνες μου, καμια απο τις λεξεις μου.


Μεχρι που ερχεται μια στιγμη που ειμαι... Ειμαι αυτος,με την προσωπικη μου υπαρξη αφομειωμενη. Εκεινος εξατμιζεται, βυθιζεται μεσα μου μεχρι που καθε κρυφη μου εγκοπη ειναι γεματη απο την ουσια του. Ειναι κατι τετοιες βραδιες που αναρωτιεμαι εαν οντως υπαρχω.Το καθε χαδι του με σκαβει βαθυτερα, φτιαχνει καινουγιες σπηλιες για τις σιωπες μου και αγριες θαλασσες για να ουρλιαζουν ελευθερα οι θλιψεις. Φυτευει δεντρα στον αυχενα μου να στηριζονται φιλιες, και στο κεντρο του στηθους μου πλαθει ενα ρηχο βαθουλωμα για να βρισκει καταφυγιο η αγαπη να φωλιαζει.


Μου ειχε πει πως τιποτα δεν ξερω, και τιποτα δεν αγαπω, γιατι σε τιποτα δεν δοθηκα και δεν ζω παραδομενη. Μου ειπε πως κρατησα τον εαυτο μου για μενα.

Και σαν Θεος ειχε δικιο. Και σαν θνητη παλι δειλιασα. Και δεν δοθηκα, και δεν παραδοθηκα, ωσπου ενα βραδυ, ανοιξε αθορυβος την πορτα μου και βαδισε στις μυτες των ποδιων του χωρις να τον ακουσω. Γονατισε διπλα μου με το κεφαλι του στο στηθος μου και την χαιτη της νυχτας του απλωμενη γυρω μου σαν σεντονι. Τραβηξε το μαχαιρι του, και ενω διπλα ο Μορφεας κοιμοταν ακομα το καρφωσε μεχρι τη λαβη στην καρδια του.


Ποτε δεν ακουσα καποιον να φωναζει τοσο. Το πηχτο κοκκινο ανεβλυζε ανεμποδιστο απο το στηθος του, εβαφε τα σεντονια και τα χερια του που ματαια προσπαθουσαν να σταματησουν την πορεια του. Ο Θανατος τον κοιτουσε ανεκφραστος. Τον αφησε να παλαιψει, μεχρι που οι κινησεις του αδερφου του εγιναν αδυναμες και σπασμωδικες, μεχρι που τα χειλη του, γεματα αφρο, ψιθυριζαν ικεσιες στη γλωσσα τους, τη γλωσσα των Θεων. Υστερα, απλωσε το χερι του και επιασε το μαχαιρι, διστασε για μια στιγμη και το τραβηξε αποτομα.


Ο Μορφεας ανοιξε τα ματια του διαπλατα και πηρε βαθεια ανασα, σαν αυτη του νεογεννητου, οι πνευμονες του γεμισαν θνητο αερα και απο το στομα του βγηκε μια κραυγη κατακοκκινη. Εβαψε ολους τους τοιχους, τα λερωμενα σκεπασματα. Στο στηθος του ειχε μεινει μια μαυρη πληγη, απο μεσα της εσταζαν αργα σκουρες μπλε σκιες. Απο τις ακρες των ματιων του κυλουσαν αστερια σα δακρυα και στα χερια του κρατουσε σφιχτα γαλαζια νεφελωματα να πνιγει την οδυνη του.


Ειμασταν και οι τρεις ακινητοι, κανεις δεν μιλουσε, ωσπου ο Μορφεας ανακαθισε και τιναξε το κεφαλι του σκορπωντας πλανητες. Τραβηξε απο πανω μου τον μανδυα του σχεδον θυμωμενος και τον τυλιξε στο σωμα του. Σηκωθηκε και χαθηκε στο σκοταδι με τις σκιες να σταζουν ακομα λερωνοντας το παναρχαιο υφασμα. Το πατωμα δεν ετριξε και η πορτα δεν ανοιξε, μοναχα η κουρτινα κινηθηκε λιγο, ελαφρα, σαν απο ανασα.


Μονο τοτε αφησε ο Θανατος το στιλετο να πεσει. Με σηκωσε αποτομα,σχεδον βιαια και γλυστρισε στο πατωμα μπροστα μου. Τα χερια του μπηγονταν στη σαρκα των ποδιων μου. Εκει, μαζεμενος στα ποδια μιας θνητης, με ολες τις σκιες για παρεα εκλαψε πικρα γατζωμενος στη μητρα μου. Το μετωπο του κολλημενο στο γοφο μου και οι κραυγες του να εξοστρακιζονται στους κοκκινους τοιχους ολομαυρες.


Ειναι παραξενο, εδειχνε τοσο μικρος, μεχρι που γονατισα και τον πηρα στην αγκαλια μου. Τοτε ξαναεγινε αμεσως Θεος, ταισμενος απο τη ζωη μου. Εκαιγε, οι φλεβες του φουσκωσαν,απο τον μανδυα του εβγαιναν αυλα χερια και τον χαιδευαν, εβγαιναν προσωπα και τον φιλουσαν. Με κοιτουσε και το προσωπο του γυαλιζε ολοζωντανο μεσα στο σκοταδι, καταλευκο και φωτεινο. Ενα χαμογελο τραβηξε τα χειλη του και το χερι του φωλιασε στο πισω μερος του λαιμου μου τραβωντας με προς το μερος του.


Με φιλησε πολυ ωρα, χωρις να παρει τιποτα, δεν με αφησε σκαμμενη οπως τις αλλες φορες, με φρεσκα δαση στον αυχενα και απυθμενες θαλασσες στο στηθος. Οχι, αυτη τη φορα γεμισε ολα τα βαραθρα που με τοσο κοπο ειχε ανοιξει. Οι σκιες του κυλουσαν μεσα μου, τις ενιωθα στη γλωσσα μου και πανω στα μαλλια μου. Τα χερια τους αρπαζαν σχεδον μητρικα το λαιμο μου. Επνιγαν την ανασα μου. Τραβουσαν.


Εκλεισα τα ματια μου σφιχτα, οι βλεφαριδες μπλεχτηκαν μεταξυ τους, και εκτοτε, δεν καταφερα ποτε να τα ανοιξω.

Τι τρομερο cliché... η αρχη μου.

Σάββατο, 29 Μαΐου 2010

Βρωμόσκυλα



Άλλο μέρος, άλλη φάση,
σβησμένα φανάρια,
χαλασμένες λάμπες,
φιγούρες εδώ κι εκεί,
νούμερα στο καλάθι
των λαχανικών.

πλακάκια
και πλακάκια
και πλακάκια
και ροχάλες
και τάλαρα γενναία,
και σκοτάδι
και μετά πάλι σιγανό πορτοκαλί φως,
και τσιμέντο
και ασφαλίτες στο απέναντι πεζοδρόμιο
και ωραία γωνία ευθεία μπρος
και το ποτάμι
((μεγαλοπρεπές, όμορφο))
και τα χορτάρια από δίπλα
και τα ποταμόσκυλα αδέσποτα
να γλύφουνε σταγόνες απ' το τσιμέντο
άλλη μια φορά
και η απίστευτη αυτή αίσθηση
της γλυκιάς παραίτησης
απ'όλα
για απόψε
άλλη μια φορά
αντίο
δεν υπάρχω
καληνύχτα.

Παρακολουθώντας
γκρίζα και μωβιά σύννεφα από κοντα
στον ουρανό
καληνύχτα
τίποτε πιο αγνό
και ειλικρινές
από
ένα
"καληνύχτα".

Παρασκευή, 28 Μαΐου 2010

Αύριο πάλι.


Θέλει προσπάθεια κάποιος να με σηκώσει από τις στάχτες μου, να με τινάξει, πάνω κάτω, βρίζοντας, να μου πετάξει το κατσούφισμα μακριά, να με κάνει άνθρωπο.
Εκείνη το μπορεί, και μάλιστα χωρίς πολλά-πολλά.
“¨Σήκω. Έλιωσες.”

Σηκώνομαι, με βοηθάει να ντυθώ, νερό στη μούρη, κουκλί είσαι, άντε, πάμε, θα είναι ωραία.
“Ε;”
Παιδάκι Α' Δημοτικού εγώ – με μαθησιακές δυσκολίες.
Δε μου λέει τίποτα, παρά μόνο ότι πάλι έβαψα ανόμοια τα μάτια μου, αλλά δε γαμιέται, ποιος θα μας δει στο μισοσκόταδο.

Και πάμε. Και είναι μισοσκόταδο. Και καπνός παντού. Ποτά παντού. Η μουσική δυνατά.
Τόσο δυνατά που μου αρέσει, γιατί δε χρειάζεται να σκέφτομαι.

Στο πρώτο ποτό λύνεται η γλώσσα, περνάω την τάξη. Μετά από δύο ακόμα νιώθω γαμάτη και βλαμμένη μαζί, σαν βικτωριανός ποιητής, το οποίο δε μου αρέσει σαν ιδέα, αλλά το αντισταθμίζω γιατί καπνίζω σαν μπλούζμαν. Και χορεύουμε σαν τρελές, αν λέει κανείς χορό το χοροπηδητό.

Σκάνε μύτη φάτσες, γνωστές φάτσες. Όλοι δικοί μου. Ο dj, γνωστός από παλιά, ξέρει ακριβώς πώς να μας κάνει να φρενιάσουμε.

“Άκου κι αυτό!” και φυσικά σφηνάκι.

Σκάει και ένα παιδί συγκεκριμένο, αγκαλιά από παλιά, φίλημα στο μέτωπο. Άσε ρε, κωλόγερε λέω εγώ, σκάσε, ακόμα δεκαοχτάχρονο μοιάζεις εσύ, λέει αυτός.

“Άκου κι αυτό!” και σφηνάκι.
Χοροπηδητό και πείραγμα.

Όλοι δικοί μου. Νιώθω ασφαλής.

Δε θα φύγω παρά μόνο όταν θα βλέπω δύο κολλητές, δύο ντιτζέι και δύο κωλόγερους (και καλά).

“Εεεεε... Αύριο.”
“Εδώ θα 'μαστε.”

Και θα είναι.

Η κολλητή ήδη έχει φύγει ή θα κάτσει κι άλλο, πάω σπίτι συνοδευόμενη από τον “κωλόγερο”.
Μου δίνει το εθιμικό, αλκοολούχο φιλί και φεύγει.

“Αύριο πάλι.”

Πέφτω για ύπνο χαρούμενη, κι όταν ξυπνάω καταλαβαίνω ότι δεν ήμουν εκεί, ούτε τα σφηνάκια, η μουσική, η κολλητή, το φιλί και το χοροπηδητό, είμαι εδώ, ακόμα, μέσα στις στάχτες μου, ακόμα στην ανησυχία.

Δεν πειράζει.
Γιατί κάποια στιγμή θα έρθει ένα αύριο που θα πω κι εγώ “αύριο πάλι”.

Τετάρτη, 26 Μαΐου 2010

Σαβάνες εδώ



Στις σαβάνες περπατάμε, στις σαβάνες
ο πρεζάκιας ήλιος δεν άφησε καμία άλλη εναλλακτική
χτυπώντας χορταράκια
ίσα να φαίνονται
στη ξεραμένη, κάτασπρη λασπούρα
σα χολή αρρώστου
και τα λίγα γατομουνοζούμια θηλυκά
που τα μυρίζανε οι κεραμιδόγατοι με τις παχιές μουστάκιες
του χωριού
χυμένα σε χορτάρια
και νιαουρίζανε καυλωμένοι.

Κύκλος γύρω απ' τη πράσινη γκριζαδούρα
τη τσιμεντίλα με τις ρίζες απ' τα δεντριά
καρφωμένες πάνω της γερά
και οι λίγοι γέροι που κοπανάνε το έδαφος με τη γκλιούτσα
μαζεύοντας το κοπάδι, με μαλλιαρά τσομπανόσκυλα στο κατώπι,
μας χαιρετάνε αδιάφορα, όσο
βήχουμε και σερνόμαστε στη ξεραμένη
κάτασπρη λασπούρα αλμπίνο
και βήχουμε και τους γνέφουμε κοπανημένοι
απ' τα πνεμόνια μας
δίπλα
απ' τη λασπούρα
στις σαβάνες
πίσω απ' την οικοδομή την άχτιστη.

Δευτέρα, 24 Μαΐου 2010

Nocturne



Καπνίζεις και κοιτάς το ταβάνι, τα μάτια σου γεμάτα από κάτι που δεν μπορείς να περιγράψεις, δεν ξέρεις καν αν υπάρχει τελικά ή όχι, τόση κενότητα και τόση πληρότητα μαζί, ένα συν ένα ίσον δύο ίσον τίποτα ίσον τα πάντα και χάνεσαι, μικρή μου, θες πάντα να ξέρεις τι σου γίνεται και να που τώρα χάνεσαι σ' ένα ξέφρενο χορό από σκιές, αυτές που ήρθαν κι αυτές που θα 'ρθουν, θολές, να σ' αγγίζουν σ' όλο σου το κορμί, να τσιτώνεσαι και να τρέμεις, φοβάσαι, φταίει αυτό το κωλοτράγουδο, αργό και μεθυστικό σαν τη στιγμή που ακολουθεί έναν οργασμό, δε σου αρέσει να φοβάσαι, φοβάσαι ακόμη και να φοβηθείς, κλείνεις τα μάτια μα οι σκιές δε φεύγουν, εκεί είναι ακόμα και σε πειράζουν.

Προδοτικές στάλες ιδρώτα μαζεύονται στ' ακρόχειλο, τα μάτια σου αρνούνται ν' ανοίξουν πια, οι βλεφαρίδες μπλέχτηκαν μεταξύ τους απ' τη λαχτάρα, το χέρι σου κατεβαίνει χαμηλά και βρίσκει το γνώριμο εκείνο μέρος που έχει πάει τόσες φορές, εκείνη τη ζεστή, νοτισμένη, φουσκωμένη ρώγα σταφυλιού, μια στροφή με τ' ακροδάχτυλα, δυο, κι έπειτα κατεβαίνεις μια ανάσα πιο κάτω, μπαίνεις μέσα, όμορφα, ζεστά, υγρά, σαν να 'χεις πυρετό, καμπυλώνει το κορμί σου κι εκρήγνυσαι σαν αστέρι με μια κραυγή ηδονής – ή μήπως απώλειας;

Φέρνεις το χέρι σου στο στόμα, η γλώσσα ίσα που αγγίζει τ' ακροδάχτυλα, προσπαθείς να θυμηθείς πώς ήσουν κάποτε, πριν σε ραφινάρουν με ντροπές κι αξιοπρέπειες, ναι, αυτός είναι ο πραγματικός σου εαυτός, ατόφιος και πρωτόγονος σαν αυτό που γεύεσαι τώρα, με κάτι από μέλι και λεμόνι, κι εκείνη την περίεργη αψάδα στο τέλος, εκείνη που μένει να δροσίσει το στόμα με φωτιά, μήπως τελικά όλα τα άναρχα πράγματα αυτή τη γεύση έχουν;

Σηκώνεσαι κι ανοίγεις την κουρτίνα, το φεγγάρι χτυπά αναιδώς το παράθυρό σου, η γυμνή σου μορφή διαγράφεται θολή στο τζάμι, έχεις γίνει μια σκιά κι εσύ, θα ήθελες ν' αρπάξεις μια από αυτές που σε τυραννούσαν πριν λίγο και να ανταποδώσεις, να δαγκώσεις και να γδάρεις και να σφίξεις, να ουρλιάξεις και ν' ανακατευτείς, να χωθείς κάτω από το δέρμα της, τα φαντάσματα όμως δεν είναι από ύλη και το μόνο υλικό σώμα τώρα είναι το φεγγάρι, ξεδιάντροπα στρογγυλό και ασημένιο, σου φέρνει στο νου εκείνο το ποίημα του Ρίτσου που κάνατε στο σχολείο και καταριέσαι, δε θες να γίνεις σαν εκείνη, όχι, καλύτερα άσχημος άνθρωπος παρά όμορφο ποίημα.

Το φεγγάρι μάλλον άκουσε τις σκέψεις σου γιατί σε εκδικείται, αντιφεγγίζει στο τζάμι το κλειδί, το Κλειδί, εκείνο που κρέμεται απ' τ' αυτί σου, το φόρεσες όταν ράγισε η καρδιά σου για να μην ξεχάσεις, να μάθεις, να κλειδωθείς, να μην το βγάλεις μέχρι να έρθει εκείνος που δε θα σε ρωτήσει γιατί το φοράς, αλλά θα απαιτήσει απλώς να του το δώσεις, όμως αυτό είναι ακόμη εκεί, πάνω στ' αυτί σου ζει και βασιλεύει, γιατί Εκείνος δεν ήρθε κι ούτε θα 'ρθει, δεν υπάρχει ή εσύ δε θέλεις να υπάρχει.

Σεληνιάζεσαι, δαιμονίζεσαι, σκιάζεσαι, σπας το παράθυρο και πετάς με όση δύναμη έχεις τα γυαλιά στο φεγγάρι, να ματώσει, δε θα φτάσουν ποτέ ως εκεί - ποια είσαι μικρή μου που θα τα βάλεις με το φεγγάρι – ουρλιάζεις, κλαις, τραβάς το κλειδί δυνατά, βαρέθηκες κλειδιά και κλειδοκράτορες, Πανδώρες και χαοτικές σφραγίδες, τα δάκρυα λιώνουν το πρόσωπό σου σαν οξύ, τραβάς μια τελευταία φορά με λύσσα, το κλειδί εκτοξεύεται στο Άπειρο παίρνοντας μαζί του και το αυτί σου, πετάνε να βρούνε το φεγγάρι κι εσύ μένεις να τα κοιτάς ζαλισμένη, μια μάζα από αίμα, δάκρυα και κολπικά υγρά, ο πόνος σε σκίζει στα δύο, ουρλιάζεις ξανά και -

τότε ξυπνάς πάνω απ' το τετράδιο , το κλειδί είχε πατήσει στο λαιμό σου κι έχει κάνει μια λακκουβίτσα κόκκινη που τσούζει μα δε σε νοιάζει γιατί έχει ξημερώσει πια, ήταν μόνο ένα όνειρο, το τζάμι είναι στη θέση του και μπορεί να σε δείχνει ακόμα θολή, αλλά τουλάχιστον έχεις πρόσωπο κι αυτί, γελάς και βήχεις, πολλά τσιγάρα χτες, το χέρι σου μυρίζει ακόμα σαν εσένα και το τραγούδι συνεχίζει να παίζει στο repeat, αλλάζεις λίστα και παίρνεις το τετράδιο, αναρωτιέσαι τι μαλακίες έγραφες χτες και τι σκεφτόσουν πάλι, ναι, εκείνη τη σκιά, δε βαριέσαι, τη μέρα οι σκιές είναι Κάτω, δεν τις φοβάσαι και δεν τις ποθείς.

Ντύνεσαι... Πριν φύγεις, τραβάς τις κουρτίνες.
Για καλό και για κακό.


6/2/2008

Σάββατο, 22 Μαΐου 2010

Αυτή.



Δέκα λερωμένοι κούβαροι από σεντόνια ο ένας πάνω απ' τον άλλο,
πεταμένες πετσέτες στο πάτωμα, δίπλα από άδεια πακέτα τσιγάρα,
πετσέτες με ξεραμένο σπέρμα και ψόφιες σταγόνες ιδρώτα,
((ψόφια σώματα, κουφάρια, νεκρά μόμολα και υδάτινες κουράδες των πόρων))
ανοιχτό παράθυρο, οι λεμονιές παίρνουν μάτι, μαζί με τα νυχτοπούλια,
δυο σακάτηδες συναισθημάτων να τυλίγονται ο ένας στον άλλο,
ω ναι, και πώς τη φίλαγα απόψε, δάγκωνα τα χείλια και δάγκωνα τις ρώγες,
και τα δάχτυλά της, τουρτούριζαν σα νεοσσοί και χώνονταν ανάμεσα απ' τα πόδια μου,
ρουφώντας ζέστη, κουτούλαγα άτσαλα στο σώμα της, αφήνοντας λεωφόρους από σάλιο
απ' τον αφαλό ως το λαιμό,
ένας κηφήνας που ψαχούλευε για μέλι στη κηρήθρα, έτοιμος να ρουφήξω οτιδήποτε
υγρό μπορούσα να λάβω,
φτύνοντάς το στη συνέχεια στα δάχτυλά μου, ενώ αυτή τη χτυπούσαν αόρατα κύμματα
από ενέργειες που δε μπόρεσα ποτέ να καταλάβω,
ενώ αυτή τρανταζόταν στο ξύλινο Μολώχ,
τεντώθηκα προς το μέρος της και της σχημάτισα ένα σταυρό στο κούτελο
με το ίδιο της το μέλι
άγιες φιγούρες και οι δυο, πεταμένες, εξόριστες, δίχως ανάγκη για ναούς
παρά μόνο για τραγούδι και κρασί,
το δέρμα της έμοιαζε να γίνεται μπρούτζινο, με τη πορτοκαλί λάμπα,
το μόνο φως στο μικροσκοπικό δωμάτιο,
αυτή να μου ψιθυρίζει κάτι στο αυτί, πιπιλώντας το λαιμό μου
και χαϊδεύοντας το γυμνό μου το κρανίο,
και τα δάχτυλά της συνέχιζαν να είναι κρύα και μοναχικά.

Έκανα σεξ με τη γυναίκα, με τη κόρη του Αυτοκράτορα,
και ήταν το τελευταίο μου βράδυ στη Ζωή,
πριν με ανακαλύψουν οι γενίτσαροί του το επόμενο πρωί,
αποκοιμισμένο, με τα μακριά της κατάμαυρα μαλλιά να μου κρύβουν το μισό το σώμα,
και με οδηγήσουν στη κρεμάλα
ενώ αυτή θα κοιμάται ακόμα
και θα συνεχίσει να κοιμάται για πολύ ακόμα
δίχως να μάθει ποτέ.

Παρασκευή, 21 Μαΐου 2010

Aρχετυπιζειν



«Εσένα καλώ, σκιά που στοιχειώνεις το μυαλό μου. Με τα παιδικά σου βήματα, και τις ξύλινες κινήσεις, έλα κοντά μου, να σε πλανέψω με λέξεις πρωτάκουστες, να σε μαγέψω και πάλι.»

«Όχι.» είπε η μάγισσα κουνώντας το κεφάλι της εκνευρισμένη. Η μαγεία της είχε από καιρό πάψει να δουλεύει. Ο βάτραχος της την κοίταξε λοξά.

«Έτσι όπως πας, θα μας τινάξεις στον αέρα παλιόγρια!!» της γκρίνιαξε, όχι άδικα.

«Σιγά μην έρθουν δαίμονες για χάρη σου. Τα κόκαλα σου τρίζουν και το μυαλό σου το έχει σχεδόν κουρκουτιάσει η σκόνη. Παλαβή παλιόγρια!»

«Σκάσε ελεεινή δικαιολογία δαιμονικού.» Φώναξε η γριά-μάγισσα με τα τρελαμένα, παράταιρα μάτια της. Το κεφάλι της κουνιόταν σπασμωδικά πάνω στους ώμους της σαν να ανέμενε επίθεση ανά πάσα στιγμή.

«Τι ξέρεις εσύ από μάγια, ελεεινέ, τρισάθλιε φρύνε!» έσφιξε τα χείλια της και τα θολά της μάτια ανέκτησαν κάποια από την αλλοτινή τους λάμψη. Μεγάλα, μαύρα, σκοτεινά και πάναστρα. Υπήρξε όμορφη κάποτε, ποτέ αληθινά ισχυρή, αληθινά ταλαντούχα. Δεν το’χε μέσα της, όπως έλεγαν.

«Τι ξέρεις εσύ από μάγια;» σιγομουρμούρισε.

Η φωνή της έσβησε, σαν από κούραση, σαν από πικρία. Κούνησε τα ροζιασμένα χέρια της σαν να έδιωχνε κάτι που μόνο εκείνη έβλεπε. Συνοφρυώθηκε έντονα, ένας ιστός από σκιές φύτρωσε γύρω από τα μάτια της. Φύσηξε τη φωτιά στο τζάκι και ανακάτεψε το περιεχόμενο του τσουκαλιού με μια κουτάλα παλιά και χτυπημένη.

Γέλασε, βαθιά στο λαιμό της, έμοιαζαν, η κουτάλα και εκείνη. Ρούφηξε λίγο σούπα και αναστέναξε. Γέμισε ένα πιάτο και το απίθωσε μπροστά στο μικρό κορίτσι που την κοίταζε με ολοστρόγγυλα μάτια.

«Φάε» της είπε και άναψε την μικρή πίπα της. «Φάε και θα σου πω μια ιστορία που δεν την έχεις ξανακούσει. Μια ιστορία που δεν θα ακούσεις ποτέ ξανά.»

Και έτσι, το μικρό κορίτσι με τα στρογγυλά μάτια, που οι αγέρηδες φωνάζουν Ανάπαλι και οι γριές-μάγισσες Κλειώ, άρχισε να τρώει γρήγορα τη σούπα της.

Ο φρύνος που ήξερε, κόαξε δυνατά από το καλάθι του. Η μάγισσα τον κοίταξε καλά-καλά. Τον σημάδεψε με το στραβό δείκτη της και μουρμούρισε λίγες λέξεις. Όπως ήταν φυσικό, τίποτα δεν συνέβη. Ο φρύνος κόαξε και πάλι, αλλά κανείς δεν κατάλαβε τι έλεγε και ο ίδιος δεν μπήκε στον κόπο να μεταφράσει.

Το κορίτσι περίμενε ήσυχα τη μάγισσα να αρχίσει το παραμύθι. Εκείνη κοιτούσε συλλογισμένη τη φωτιά. Τράβηξε μια γερή ρουφηξιά και φύσηξε τον καπνό από τα ρουθούνια της. Το κορίτσι γέλασε, το ίδιο και η μάγισσα, ως και ο γκρινιάρης φρύνος χαχάνισε σιγανά, να μην τον πάρουν είδηση.

«Ορκίσου πως δεν θα την πεις σε κανένα.»

«Ορκίζομαι.» είπε το κορίτσι με τα στρογγυλά μάτια που οι αγέρηδες φωνάζουν Ανάπαλι και οι γριές-μάγισσες Κλειώ.

«Άμα με κοροϊδέψεις μικρή, θα το μάθω» τη φοβέρηξε η Ανατολή.

«Ορκίζομαι! Ορκίζομαι!!» ξεφώνισε η Ανάπαλι.

Η μάγισσα χαμογέλασε και χάιδεψε σκεφτική το σαγόνι της.

«Ας αρχίσουμε λοιπόν…»

Το κορίτσι έπιασε τις άκρες του τραπεζιού και κράτησε την ανάσα της.

«Το βλέπεις αυτό εδώ το σημάδι;» ρώτησε η Ανατολή δείχνοντας ένα παλιό κόψιμο στην αριστερή παλάμη της. Η Κλειώ έγνεψε.

«Όταν ήμουν νέα, πέντε-έξι χρόνια μεγαλύτερη από σένα, είχα πάει…»

«Στο μεγάλο κόκκινο δάσος;!!!» πετάχτηκε η Ανάπαλι.

«Μην διακόπτεις μικρή.» γκρίνιαξε η μάγισσα.

«Συγγνώμη κυρά.» ψέλλισε κοιτώντας τα ψίχουλα στο πάτωμα το κορίτσι.

«Είχα πάει.» συνέχισε λοξοκοιτώντας την. « στο εργαστήριο του παππού μου. Έκοψα το χέρι μου σε μια λεπίδα που είχε για το ξύλο. Με περιποιήθηκε και μετά, με κάθισε σε ένα σκαμνί στη σοφίτα και μου είπε αυτήν εδώ την ιστορία. Όταν και εσύ θα γίνεις 96 χρονών, όπως εγώ και όπως ο παππούς μου, με τα ίδια λόγια θα την μεταδώσεις σε όποιο κρίνεις άξιο.»

«Άξιο σε τι;» ρώτησε δειλά η Κλειώ.

«Θα καταλάβεις σε λίγο.»

H γριά μάγισσα έσκυψε το κεφάλι της σαν να την πίεζε η ίδια η μοίρα.

Άκου με Κλειώ,” είπε σιγανά “και άκου με προσεκτικά.”

Η Ανάπαλι ξεροκατάπιε. Γιατί καθυστερούσε τόσο η μάγισσα;

Τα λεπτά κυλούσαν αργά και η σιωπή ανάμεσα τους βάρυνε, κάθισε σαν σκόνη πάνω στα έπιπλα και μούσκεψε τα ροζιασμένα χέρια της Ανατολής.

Μετά από κάμποση ώρα, η γριά-μάγισσα άνοιξε τα ρόδινα μάτια της. Το αλλοτινό τους μαύρο είχε χαθεί και ένας πυρωμένος ήλιος τα φώτισε μα τις ζεστές του ακτίνες.

Η Ανατολή κοίταξε την Κλειώ. Η Κλειώ ανταπέδωσε με μάτια στρογγυλά από την απορία. Η Ανατολή άναψε ξανά τη σβησμένη πίπα της και φύσηξε ένα δαχτυλίδι καπνού.

Δεν ξέρω πώς να αρχίσω” κάγχασε.

Όπως όλα τα παραμύθια, έλα Ανατολή σε παρακαλώ!!!” είπε η Ανάπαλι με την ψιλή φωνούλα της.

Η μάγισσα χαμογέλασε. Ένα πλήθος ρυτίδες βάθυναν γύρω από τα μάτια της.

Πολύ καλά λοιπόν, μικρή μου.”

'Μια φορά και έναν καιρό, σε ένα δάσος, όχι πολύ μικρό, αλλά ούτε πολύ μεγάλο, μεγάλωνε ένα κόκκινο λουλούδι με βαριά, βελούδινα πέταλα.'

Η Ανατολή μειδίασε γλυκά σαν να έφερνε στο νου μια ανάμνηση.

'Κάθε μέρα ένα ξωτικό ξάπλωνε δίπλα του, το χάιδευε απαλά και περίμενε να ανθίσει. Το λουλούδι ψήλωνε, έβγαζε καινούργια φύλλα, άπλωνε τα βαριά, βελούδινα πέταλά του. Το ξωτικό του είχε πει, πως στην καρδιά του καλοκαιριού τα λουλούδια που τα αγάπησαν πολύ γίνονταν αιώνια δέντρα.

Θα κάνουμε γιορτές στη σκιά σου, θα χορεύουμε αέναους κύκλους γύρω από τον κορμό σου.” έλεγε το ξωτικό.

Το λουλούδι το πίστεψε. Άκουγε τη φωνή του να ξυπνά μια δύναμη μέσα του, αρχαία σαν τον ήλιο, ίσως και πιο ισχυρή.

Η καρδιά του καλοκαιριού πλησίαζε αργά σαν τεμπέλικο άλογο. Το λουλούδι τώρα είχε ψηλώσει πολύ. Υψώνονταν σαν πύργος πάνω από το ξωτικό, πουλιά φώλιαζαν στα κλαδιά του το βράδυ. Τα άκουγε να μουρμουρίζουν, άλλοτε ανήσυχα, άλλοτε φλύαρα. Μιμήθηκε το τραγούδι τους με μια φωνή βαθιά, γεμάτη ξύλινους τριγμούς και χυμώδεις ψιθύρους.

Το ερωτεύτηκε ο αδάμαστος άνεμος. Άγγιζε απαλά τα κλαδιά του και έπαιζε με τα φύλλα του ράθυμα.

Πόσο μεγάλωσες...” ψιθύρισε μια μέρα το ξωτικό.

Το λουλούδι του χάιδεψε το πρόσωπο με ένα ανθισμένο κλαδί. Το ξωτικό έκοψε προσεκτικά ένα κόκκινο μπουμπούκι και το μύρισε.

Δέχομαι το δώρο σου” απάντησε με την αλλόκοτη προφορά του και χαμογέλασε πλατιά στα μπουμπούκια που άνθισαν στο άγγιγμα του.

Σήμερα,” είπε. “Θα κάνουμε μια γιορτή στη σκιά σου. Θα χορέψουμε σε αέναους κύκλους γύρω από τον κορμό σου.”

Το ξωτικό χαμογέλασε και πάλι. Κάθισε στις στέρεες ρίζες του λουλουδιού και έπαιξε μια χαρούμενη μελωδία με τη φλογέρα του. Σε λίγο τον πλησίασε μια κοπέλα της φυλής του. Κάθισε και αυτή και άρχισε να παίζει την άρπα της. Πόσο χαρούμενο ήταν το λουλούδι! Ένιωθε μέσα του την δρυάδα να γεννιέται, σε λίγο θα γίνονταν ένα.

Ήρθαν πολλά ξωτικά κοντά του εκείνη τη νύχτα. Τα τραγούδια τους παγιδεύτηκαν ψηλά στα κλαδιά του, τα γέλια τους, βαθιά στην καρδιά του.

Και τότε, στο αποκορύφωμα της νύχτας, η δρυάδα που έκρυβε στον κορμό του κινήθηκε. Άνοιξε τα πράσινα της μάτια και γέλασε μαζί με τα ξωτικά. Έσπρωξε με το χέρι της τον σκληρό κορμό και για πρώτη φορά άγγιξε την νύχτα έξω. Ένα όμορφο πρόσωπο και ένα τέλειο στέρνο ακολούθησαν. Η δρυάδα κοίταξε γύρω της και άρχισε να τραγουδάει. Η φωνή της παγιδεύτηκε σε ξωτικένιες καρδιές, μα δρυάδα τραγουδούσε μόνο για εκείνον.

Την πλησίασε, είχε κόκκινα μαλλιά και πράσινα μάτια. Της χαμογέλασε. Εκείνη τον χάιδεψε στο μάγουλο και πρόφερε μία μόνο λέξη.

Ευχαριστώ.” '

Η μάγισσα έμεινε σιωπηλή για αρκετή ώρα, Σήκωσε δειλά-δειλά τα ρόδινα μάτια της στην Κλειώ. Σκοτείνιασαν λίγο, σύντομα θα γίνονταν πάλι μαύρα.

Ωραία ιστορία” ψιθύρισε η Κλειώ με σύννεφα και δέντρα στο βλέμμα.

Έχω μια πολύ σημαντική ερώτηση για σένα Κλειώ” είπε γλυκά η γριά-μάγισσα.

Αυτή η ιστορία ήταν για το λουλούδι, ή για το ξωτικό;”

Το κορίτσι με τα στρογγυλά μάτια που οι αγέρηδες φωνάζουν Ανάπαλι και οι γριές-μάγισσες Κλειώ, σκέφτηκε λίγο την απάντησή της.


Η ιστορία,” είπε, “είναι για την Δρυάδα”

Η μάγισσα χαμογέλασε, και ο φρύνος κόαξε.