"If a picture is worth a thousand words, a song is worth a million."

(Anon.)

Πέμπτη, 10 Ιουνίου 2010

Σχεδόν Μεσοκαλόκαιρο



Μεσοκαλόκαιρο και το φως βασιλεύει αμείλικτα, θυμίζοντας μυθολογικές τυραννίες ηλιακών θεών που ήρθανε και χτύπησαν τις Κυρές του Φεγγαριού.
Ώρα όγδοη εσπερινή, είμαι ήδη στο δεύτερο ούζο, γελάω ανάλαφρη, γεμάτη μέρα σήμερα, γεμάτη κόπο, τρέξιμο, χαλάρωση μετά και λίγη φωτοσύνθεση, καθώς άπλωνα τα κανιά μου να λιαστούνε στα Εξάρχεια.

Στο σπίτι, η δροσιά των τεσσάρων τοίχων μού θυμίζει το ασβεστωμένο σπίτι της γιαγιάς μου, εκείνο το νεραϊδόσπιτο που έπαιζα μικρή, και στεκόμουν στο αυτοσχέδιο, ξύλινο μπαλκονάκι να επιθεωρώ την χαράδρα κάτω σαν βιγλάτορας. Το σπίτι έχει πια γκρεμιστεί, η τύχη της χαράδρας αγνοείται, σίγουρα δε θα την ξαναδούμε και οι καινούριοι τοίχοι δε θα είναι ασβεστωμένοι.

Δε γαμιέται. Κάποια πράγματα πρέπει να τελειώνουν, μού λέει ένας φίλος μου, εμφανώς προβληματισμένος, λέει ότι δεν έχει ψυχή και γελάω μαζί του, γελάω γιατί νομίζει ότι δεν έχει ψυχή και γελάω επειδή έχει πλάκα πώς το μεσοκαλόκαιρο ενώνει τα μυαλά των ανθρώπων.

Πού να ήταν και νύχτα. Πού να μας τύλιγε το ζεστό, υγρό σκοτάδι της Αθήνας, άχρονη μήτρα, να μας κάνει να κουλουριαστούμε σαν αγέννητοι στην πανσπερμία της ύπαρξης. Όταν είσαι αγέννητος, έχεις τη δύναμη να γίνεις ό, τι θέλεις σχεδόν, μόνο που δεν το ξέρεις. Είσαι παντοδύναμος και τόσο ανυπεράσπιστος συνάμα, ένα χάος σε σμίκρυνση.

Αναμονή της νύχτας και γλυκιά θολούρα. Κάποια πράγματα τελειώνουν για να αρχίσουν άλλα, λέω στο φίλο μου, θέλω να τον ελευθερώσω, πώς να ταρακουνήσεις όμως ένα πεισμωμένο, μεσοκαλοκαιρινό κεφάλι. Και ποια είμαι εγώ πού θα τον ελευθερώσω, όπως και να ΄χει, εδώ αγωνίζομαι νύχτα-μέρα να σπάσω τα δικά μου δεσμά και η anima liberatrix εξαντλείται. Έχω γέλιο ίσα ίσα για να βγάλω την επόμενη μέρα. Και την επόμενη μέρα, τσίμα-τσίμα για τη μεθεπόμενη. Η κρίση είναι μέσα μας, τελικά.

Άμα ήταν νύχτα, ίσως να γελούσα παραπάνω. Μου έλειψε να καίγομαι μαζί του, μου έλειψε να καίγομαι με ανθρώπους αγαπημένους από τα παλιά, γενικώς. Εκεί που η σιωπή είναι γεμάτη, σπάνια και πολύτιμη σαν καλοκαιρινή νύχτα. Και μου κακοφαίνεται που γεμίζω τον ουρανίσκο μου οινόπνευμα ενώ έξω έχει ακόμα φως – αλλά δε γαμιέται. Σύντομα η δικτατορία του φωτός θα πάρει τέλος. Η ξεδιαντροπιά της μέρας θα μπει σε μια τάξη, θα μικρύνει, θα έρθουν νύχτες μεγαλύτερες, καλοκαιρινές, στοργικές. Το φεγγάρι θα φτιάξει ξανά κι άλλες, παλλόμενες ψευδαισθήσεις. Χρειαζόμαστε κάπου-κάπου τις ψευδαισθήσεις, χρειαζόμαστε κάπου-κάπου τα παραμύθια. Πάνω από όλα, χρειαζόμαστε τον παλμό και τη στοργή.

«Νύσταξα», λέει ο επίσης μεθυσμένος φίλος μου, από την άλλη άκρη της γραμμής.
«Πήγαινε κοιμήσου.»
«Εσύ τι θα κάνεις;»
«Θα περιμένω τη νύχτα.»

2 σχόλια:

  1. Eπειδη δεν χρειαζεται να πω τιποτα παραπανω. Σου γραφω ενα χαμογελο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Νυχτερινό κιόλας, ποιος τη χάρη μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή