"If a picture is worth a thousand words, a song is worth a million."

(Anon.)

Κυριακή, 16 Ιανουαρίου 2011

Ιερουσαλήμ



Δεν είσαι τίποτα.


και ποτέ δε θα είσαι κάτι παραπάνω
απ' όσα φαντάστηκες
ότι δήθεν, ξιπασμένα, θα' σουν.


στον ίδιο ρόλο:
ας τραγουδήσουμε όλοι μαζί στρατιές
το γνωστό σκοπό που μας μάθανε
από τότε που πεταχτήκαμε ο καθείς
από διαφορετικά μουνιά
και αναγκαστήκαμε να βιώσουμε το Κόσμο-

"Η Γέφυρα-του Λονδίνου-
Πέφτει χαμου-πέφτει χάμου-
και συ απλά κοιτάς-
απλά κοιτάς- απλά κοιτάς-
τα ανοιγμένα-τα κεφάλια-
και τα πνιγμένα-μάτια τα πνιγμένα"

κανένας λόγος να συνεχίσει κανείς να κάνει,
να φτιάνει, να ποιεί, αν
το καλοσκεφτείς.

ό,τι και να'χεις στο κεφάλι
ή στη τσέπη,
όταν σε καλέσει η Ανάγκη να φτιάσεις,
θα το κάνεις
αν σε καλέσει
αν σε καλέσει.

και τότε όλα μοιάζουν
υπέροχα για λίγα δεύτερα

όχι παραπάνω.

Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2011

Ελευθερες σκεψεις (; )



μια αλλαγή


και πάει λέγοντας.


"Εδώ
κι εκεί
και είμαστε όλοι μαζί σας"


τι να
πιστέψεις;


όταν τελειώνει
ο Χρονος

απλά,
γίνεται
ό,τι γίνεται

τι έχεις ερωτευτεί;
μια κατάσταση
μια ενέργεια
ένα καρμπόν

(("ερωτευτηκες
ένα καρμπόν"))

τελειωνει ο χώρος
τελειώνει
ΜΗΔΕΝΙΖΕΤΑΙ Ο ΧΩΡΟΣ


ΣΚΑΤΑ ΓΙΝΕΤΑΙ!

μια χαράδρα από
κουτιά χάρτινα,
και κουράδια παντού,
σε χαρτιά, πόλεις δήθεν πόλεις πάειλέγοντας-

μια χαράδρα.

ΌΛΟΙ
ΨΟΦΑΜΕ.
ΟΛΟΙ
ΓΑΜΗΜΕΝΑ
ΨΟΦΑΜΕ.

άντε μωρέ.
εδώ;

μπα.

ΑΛΛΟΥ!

Παρασκευή, 7 Ιανουαρίου 2011

Τα Φωσφορίζοντα Γκαρσόνια της Βηθλεέμ



Με πλησίασαν, ενώ
ήμουν γερμένος ανάσκελα και
τα χείλη τα'χα ξεραμένα και η μύτη έτρεχε αίμα,
ρούφαγα τις τελευταίες μπύρες της βραδιάς
και με πλησίασαν τότε, στο τελικό Ναυάγιο της Νυχτιάς μου,
ήτανε δύο και ήτανε πασαλειμένοι με τα χρώματα του Πολέμου,
και ήτανε επίσης Άγγελοι, Άγγελοι εξολοθρευτές,
έτσι λέγανε τουλάχιστον.

Μου πήραν το ποτήρι,
καβάτζωσαν ένα μπουκάλι μαυροδάφνη,
(όχι δικό μου, της γκόμενάς μου,
απεχθάνομαι τη μαυροδάφνη, όπως
και τα περισσότερα κρασιά)
και το ύψωσαν πάνω απ' το ποτήρι μου.

Τους αγνάντεψα λίγο:
ωραία παληκάρια, το δίχως άλλο
αλαβάστρινα και λαμπερά,
μα δε γουστάρω αλκοολονταβατζηλίκια.

-Λοιπόν παιδιά. Ήρεμα.
-Είμαστε οι Άγγελοι.
-Ναι, ναι, βεβαίως...

Δεν ήθελα να τους δείξω ότι είχα σαστίσει.
Δεν είχα σαστίσει.

-Τι είδους Άγγελοι, ρε μάγκες, είστε; Αν επιτρέπεται.
-Χερουβείμ.
-Χμ; Αυτά τα απεικονίζανε σα βρέφη με πάνες και φτερά, μα στη πραγματικότητα, ήτανε με τρία κεφάλια, ένα λιονταριού, ένα ανθρώπου και...
-Σιωπή!

Η φωνή του ενός αντήχησε στο δωμάτιο.
Ο άλλος δε μίλαγε καθόλου, κοίταγε μόνο με μάτια καθηγητή, εργοδότη, γονέα.
Αποφάσισα να πάω με τα νερά τους.

-Και τι θέτε, ας πούμε;
-Θα σου γεμίσουμε το ποτήρι.

Υπέροχα.
Οι φανταχτεροί Σερβιτόροι του Παραδείσου,
τα Φωσφορίζοντα Γκαρσόνια της Βηθλεέμ!
Ένα όνειρο βγαίνει αληθινό-
μα κάτσε,
γεννήθηκα δύσπιστο γουμάρι.

-Ποια είναι η παγίδα; Το κόλπο;
-Θα μας πεις πώς θες το ποτήρι.
-Συγγνώμη;
-Μισοάδειο ή Μισογεμάτο;
-Με μπερδέψατε.
-Απάντησε.
-Ώχου. Μισό λεπτό. Δε καταλαβαίνω.
-Απάντησε.
-Ναι, ωραία. Ξέρωγω. Βάλτο ως εδώ.

Του' δειξα με το δάχτυλο σε ένα σημείο του ποτηριού.
Ο Άγγελος το γέμισε ακριβώς ως εκεί,
ούτε τρούχα παραπάνω.
Στη συνέχεια, ρώτησε:

-Λοιπόν;
-Τι λοιπόν;
-Είναι Μισοάδειο, ή Μισογεμάτο;
-Κοίτα...
-Είναι Μισοάδειο, ή Μισογεμάτο;
-Περίμενε λίγο, εγώ...
-Είναι Μισοάδειο; Ή Μισογεμάτο;

Βαρέθηκα τους καριόληδες-
κάθε μέρα, σε ό,τι και να θε να κάνεις, απ' το να κονομήσεις ένα βασικό παρά για να συνεχίσεις να αναπνές, ως το να αγοράσεις ένα απλό γαμημένο πακέτο τσιγάρα, είσαι αναγκασμένος να συναντάς καριόληδες-
ώστε έπρεπε και τα Ουράνια να είναι
τιγκαρισμένα, πήχτρα από δαύτους;

Σήκωσα το ποτήρι
και ήπια το κρασί σφηνάκι.
Στράφηκα προς αυτούς:

-Το λοιπόν, το ποτήρι, παιδιά μου όμορφα, είναι άδειο.

Οι Άγγελοι έμειναν να με κοιτάνε για λίγα λεπτά, ανέκφραστοι-
μετά ένας εκωφαντικός ήχος ακούστηκε απ' το πουθενά,
σα καραμούζα φάλτσα,
και οι Άγγελοι έγιναν καπνός.

Πήρα τη μαυροδάφνι το μπουκάλι,
την έχωσα όσο πιο βαθιά γινόταν στο ντουλάπι,
και μετά το κλείδωσα.

Συνέχισα να πίνω μόνος,
ελπίζοντας πως οι Διάολοι που
κατα πάσα πιθανότητα θα σκάγαν μύτη αύριο βράδυ,
θα' τανε λιγότερο καριόληδες
από δαύτους τους
σημερινούς.

Ζωγραφική/ Οράματα



3-4 φιγούρες:
*ο Χριστός-Κτήνος με τα πόδια του Γερακιού,
το Ένα φτερό το θεϊκό και το Ένα μάτι το ανθρώπινο/
*ο Μολώχ με το τεράστιο κεφάλι,
το τεράστιο στόμα τίγκα στους κυνόδοντους, τα άπειρα αντρικά χέρια,
και ένα μεγάλο Μουνί στο στομάχι, φλογισμένο,
να καταπίνει τα βρέφη-θυσίες/
*η Ανίμα και ο Άνιμους, απ' τη μία γυναίκα παχιά και άσχημη,
όπως η Πρωτόγονη, Φυσική Ομορφιά, η Πρώτη Ομορφιά που Υπήρξε,
να τη στέφει το φεγγάρι- από δίπλα ένα πεόμορφο πλάσμα,
με στόμα τρούπα που δίχως πάτο καταπίνει γαλαξίες, τριγυρισμένος
από ψωλές, ψωλές, ψωλές, και ένα καβούκι σαλιγκαριού που
φτύνει πίσσα και χύσια/
*μια ανώνυμη φιγούρα που δε τη γνωρίζω, σα προτομή, άγαλμα Πολιτισμού άγνωστου,
να μασουλάει νεογνά με σαγόνια ανάγκης, να καβαλάει νέφη
και να κλάνει οχιές και κόμπρες.

Μετά:
*βότκα και συμπάθεια,
*ο Ντοστογιέβσκι να λαμβάνει με χαρά περίσσια το καρφί το σκουριασμένο του Μάρτυρα, ακριβώς στο κέντρο του κούτελου, της γκλάβας του,
*Το μικροσκοπικό κυπαρίσσι να χτυπάει σα καρδιά αθώα ορφανού
(το ΤΩΡΑ)
και το τιτάνιο δέντρο Ιησούς-Αλλάχ σε παρτούζα
(το δήθεν ΠΡΙΝ και ΜΕΤΑ),
αυτά τα δυο να φυτρώνουν στη πραγματικότητα το ένα δίπλα απ' το άλλο,
και το τιτάνιο δέντρο Ιησούς-Αλλάχ να προσπαθεί μάταια
να τραγανίσει με παμφάγες ορέξεις το κυπαρίσσι
*Και στο τέλος
(του ΤΩΡΑ, ΠΡΙΝ και ΜΕΤΑ;)
ένα δέντρο που φυτρώνει ανάποδα,
οι ρίζες στον ουρανό, να καταλήγουν σε μια σπονδυλική στήλη,
σε κομμάτια μοιρασμένη, σε μερίδες,
και ένα κρανίο σπασμένο να αιωρείται στη κορυφή.

Τριγύρω του: καρφιά και αγκάθια.


(ο Μολώχ σα το μείγμα του σέρνικου και θηλυκού στοιχείου του συλλογικού υποσυνείδητου, η θυσία, η βία και το αίμα στο ενδιάμεσο ενός Κενού που όλοι γεννάμε μέρα με τη μέρα και το ονοματίζουμε: πίστη, οικογένεια, δουλειά/καριέρα, και πάει λέγοντας)

Τετάρτη, 5 Ιανουαρίου 2011

Μια φορά στη Καλλιτεχνική Αποτυχία



μια φορά, κάποτε, ήμουνα πολύ φιλικά προσκείμενος στο οτιδήποτε θα σκαρώνανε οι συνάδελφοι εις τη σχολή Καλλιτεχνικής Αποτυχίας, όπου φοιτούσαμε όλοι μαζί. Αλήθεια λέω, δε με ένοιαζε τίποτα απολύτως, ήταν η περίοδος που θεωρούσα τον οποιοδήποτε, όποιος και να'τανε, ό,τι και να φτιανε, κατά πολύ καλύτερο απ' την αφεντιά μου. Όλοι το περνάμε αυτό κάποια στιγμή- είναι ανθρώπινο και είναι υγιές. Υγιές...δε ξέρω αν είναι απολύτως, μα είναι ανθρώπινο όπως και να το κάνεις.

Εν πάσει περιπτώσει, η καλή θέληση υπήρχε, και μάλιστα στο μάξιμουμ. Εκείνη τη περίοδο, είχα πέσει σε καλλιτεχνική λούμπα βαρβάτη, όπως και αρκετοί γνωστοί/φίλοι μου. Ξέτε, κείνη τη φάση που ό,τι και αν φτύσεις οπουδήποτε, όσο καλό ή κακό και αν είναι, συ πιστεύεις ότι έχεις κάνει αμάρτημα- ντρέπεσαι, κοκκινίζεις, αν το'χεις δίπλα σου το σκίζεις κιόλα- και ένας Αλλαχόβουδας ξέρει μόνο πόσα έργα καταστράφηκαν έτσι τότε. Είναι η περίοδος που πιστεύεις ότι είσαι το Κουράδι του Σύμπαντος, το Σκατό της Οικουμένης- άρα, όλοι όσοι θα επιδείξουν την ελάχιστη προσπάθεια, ασχέτως του αν εσύ δουλεύεις απ' το πρωί ως το βράδυ και αυτοί μια φορά τη βδομάδα, ε, αυτοί θα είναι οι νέοι Μεσσίες, οι νέοι Καλλιτέχναι.

Στριφογύρναγα στη Σχολή δίχως σκοπό- ήμουν το σκουπίδι και προσπαθούσα να λάβω έμπνευση απ' το οτιδήποτε, το Οτιδήποτε δηλαδής τότε ήτανε χίλιοι μεγατόνοι έμπνευσης μπρος στο ό,τι προσπαθούσα να παράγω- άρα, είπα να λάβω, αν μπορέσω, λίγα ερεθίσματα από δαύτους. Τους Γαμιάδες, τους Υπέροχους- έτσι ακουγότανε άλλωστε για καιρό στη Σχολή καλλιτεχνικής Αποτυχίας για δαύτους.

Διέσχιζα τα βρώμικα πατώματα με γόπες, τις σκάλες τις βαμμένες, πέρασα το καψιμί των Ιδεών- είχα ακούσει ότι δαύτες μέρες είχανε όλοι βάλει έργα εδώ κι εκεί, σκορπισμένα στο κτήριο. Περίμενα πώς και πώς. Όλοι όσοι είχαμε φάει το ίδιο βόλι μαλακίας, το περιμέναμε, δηλαδή. Έπρεπε να δούμε- να ΝΙΩΣΟΥΜΕ. Ήτανε ό,τι θα μας κράταγε ενεργούς για το μέλλον.

Στην αρχή είδα μια μάλλινη μαύρη αράχνη, να κρέμεται απ' το ταβάνι. Την παρατήρησα καλά. Δεν είχε δοθεί η απαραίτητη φροντίδα στη κατασκευή- αντί για αράχνη, έμοιαζε με δυο παπάρια τριχωτά απ' τα οποία εξέχανε 5-6 ποδάρια. Προβληματίστηκα. Το βλέμμα μου έπεσε σε μια επιχρυσωμένη πινακίδα στις σκάλες από κάτω: η πινακίδα έγραφε, "Αυτή η αράχνη είναι ο προστάτης της Σχολής! Όσοι έρχονται εδώ με συναδελφική αλληλεγγύη, θα τους προστατεύει και θα τους προσέχει, όσοι έρχονται με δόλο, θα τους κυνηγάει μακριά". Ή κάτι παρόμοια αστείο. Σκέφτηκα, μα, γαμώτο, πώς γίνεται αυτά τα δυο αρχίδια με πίσσα και τριχοφυία να πείσουν για αράχνη; Και ποιος θα κρίνει την αλληλεγγύη και το δόλο; Αν πιστεύω ότι αντί για αράχνη, φτιάχτηκαν δυο όρχεις τίγκα στη τρούχα, δηλαδή, αν πω για το πόσο απαίσιοι είναι αυτό το πράγμα που κρέμεται πάνω απ' τα κεφάλια μας, τι θα είναι απ' τα δύο; Αλληλεγγύη ή δόλος;

Κούνησα το κεφάλι μου δυνατά, δεν επέτρεπα τέτοιες σκέψεις τότε στον εαυτό μου. Με έπεισα πως δε θα πρεπε να κρίνω αρνητικά γενικότερα, για ένα και μόνο ατόπημα, ένα πράγμα που θεωρούσα εγώ ατόπημα. Προχώρησα και είδα το εργαστήρι διακοσμητικής. Η καθηγήτρια, λοιπόν, τους είχε παρουσιάσει μια σειρά έργα με υλικά περίεργα, μεταξύ των οποίων, και γλυπτά/έργα από σοκολάτα. Κάποιος είχε τη φαεινή ιδέα, για εργασία, να φτιάξει ένα ψευτογλυπτό από σοκολάτα. Και λιγάκι κακότεχνο, να πω την αμαρτία μου τώρα- τότε δε το σκέφτηκα έτσι. Κάτι γνωστοί, μέσα στις μαστουροληγούρες, το κοίταγαν με μάτια-πινέζες: και γιατί να μη το φας; Τίποτα ιδιαίτερο δε γεννοβολάει δαύτη μαλακία.

Συνέχισα δίχως να ακούω τις κακόβουλες φωνές της κριτικής που βαρούσαν τρακατρούκες στη γκλάβα μου. Μα δε μπορεί- ήμουνα, ήμασταν τα κουράδια του σύμπαντος! Τι γίνεται; Διατί δε μπορώ να νιώσω δέος, τώρα, ψυχαναγκαστικά, που το νιώθω, απ' τα έργα μεγάλης βαρύτητας που μου λέγαν ότι θα δω;
Πιο πέρα, κάποιος έκανε performance. Μάλιστα, για να δούμε- το "performance" σπανίως πετυχαίνει γενικώς, μα, σκέφτηκα, αν κάποιος απ' τους τόσο φωτισμένους καλλιτέχνες το τολμάει σήμερα, ε, του πούστη, θα τα'χει όλα υπολογισμένα, και σαφώς, το θέαμα θα μας κάνει να ζεσταθούμε, στις καρδιές μας. Πήγα προς τα κει.

Ένας τύπος, λιγάκι ομοφυλόφιλος, όχι προς τις προτιμήσεις τις σεξουαλικές, αυτό δε το ξέρω και δε το χω μάθει ως και σήμερα, μα ως προς τις κινήσεις και το χαρακτήρα, είχε κολλήσει δυο χαρτιά στο σώμα του: ένα που γραφε "LOVE" από μπρος, και ένα που γραφε "ΗΑΤΕ" από πίσω- ή το αντίστροφο, σχωρνάτε με. Έπαιζε ένα κωλοκόμματο ραδιοφώνου από κάπου- ένα εμπορικό κωλοτράγουδο ακουγόταν από ένα cd player κει δίπλα- ταυτόχρονα, κόσμος είχε μαζευτεί τριγύρω του και τον παρακολουθούσε με κομμένη την ανάσα. Ο τύπος έμενε ακίνητος, μέχρι που άρχισε να φωνάζει σε κάποια φάση, με ένταση, με γυναικεία φωνή, αν και πάω στοίχημα ότι δε το θελε αυτό το τελευταίο, "ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΩ ΑΛΛΟΟΟΟΟ!", και μετά, το φινάλε, πήρε ένα κραγιόν και πασάλειψε το στόμα και λίγο απ' τα μούτρα του. Η μουσική σταμάτησε και το πλήθος τον καταχειροκρότησε, μερικές τύπισσες δε, άρχισαν να κλαίνε και να του φωνάζουν "ΜΠΡΑΒΟ, ΜΠΡΑΒΟ!".

Έφυγα λες και είχα πυρετό.
Από τότε δε μου ξανακατέβηκε καμιά περίεργη ιδέα στη γκλάβα.

Δουλειά σας, δουλειά μου
παληκάρια μου.
Ό,τι λεφτά και να βγουν για σας, που θα'ναι πολλά,
ό,τι καλό και αν κάνω απ' τη μεριά μου, που θα'ναι πολύ.

Και αυτό ισχύει για όλους
όσους απλά
αναπνέουν
γαμάνε
τρώνε
πίνουνε
κατουράνε
χέζουν
ΠΑΡΑΤΗΡΟΥΝΕ
με
ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ

και όχι
από
περηφάνεια
ή
ανάγκη.

Δευτέρα, 3 Ιανουαρίου 2011

Ο Τύπος



-λήγει αυτό! σίγουρα!
-όχι, δε νομίζω... μα και πάλι...είστε σίγουρος, κύριέ μου;


τα λεφτά μπήκαν στο παχυλό λογαριασμό,
οι ματιές ανταλλάχτηκαν-
του Χοντρού ήταν πιο ξυραφένιες, φουριόζες απ' ό,τι του άλλου,
του Τύπου, που πάντα ήταν ωραίος και ποτέ δε ζήμιωνε κανέναν-
εκτός απ' το ότι τώρα, είχε βρεθεί ζημιωμένος στο Χοντρό, με τα Πάντα!

-Να σου πω- Λοιπόν! Εσύ! Έλα δω! ΕΛΑ ΔΩ ΕΣΥ! Τώρα!

Ο Τύπος απλά υπάκουσε- γενικά δε του άρεσε να υπακούει, μα τώρα ήταν με τα μπούνια χωμένος μες τη φάση στην οποία- ειρωνία- δεν είχε καν βάλει το δαχτυλάκι του, να γίνει έτσι όπως έγινε- το χρώσταγε αυτό σε έναν "φίλο", μια οχιά που τονε πούλησε και τον άφησε μόνο του να βγάλει τα σπασμένα.

-Έλα δω. Στάσου δω!

Ο Χοντρός δεν είχε ανάγκη από βοηθούς- τόση εμπιστοσύνη είχε στον εαυτό του, που όλοι τονε ξέρανε, και όλοι τονε σεβόντουσανε στις κωλοδουλειές- και ο Τύπος, καμία εξαίρεση. Πλησίασε, δίχως Αύριο, αν και δεν έβλεπε μπράβους, ή έστω κωλομπαρόπαιδα του Χοντρού τριγύρω- δεν είχε σημασία, ο Χοντρός ήταν Χοντρός.

-Σκύψε.

Η παραγγελιά ήταν γνωστή και φοβερή. Σε κανένα αυτί όταν ροκάναγε το τύμπανο μετά τη πρώτη φορά δε προκαλούσε διαστροφή, όπως τη πρώτη φορά- μα προκαλούσε την ίδια αηδία, το ίδιο μίσος, για αυτό το Χοντρό, το τυχάρπαστο τύπο, που έχτισε παλάτια μέσα στην Άμμο, μέσα στη δυστυχία- "και καλά έκανε, και δούλεψε γι' αυτό" έλεγαν οι μύθοι του πεζοδρομίου- μα ο Τύπος τους έφτυνε αυτούς τους μύθους- ίσως γι'αυτό τώρα να'ταν σε αυτή τη θέση- του καριόλη, του πούστη, της πουτάνας.


Ο Χοντρός δεν έχασε ώρα.
το πούτσο του, τον γεμάτο ράγες και αρρώστιες, τον έχωσε βαθειά/

ο Τύπος βόγγηξε μα ήταν μαθημένος καλά:
δε παραπονιέσαι για τίποτα.΄
και όσο πιο πολύ βογγάς,
ίσως,
τόσο πιο πολύ ευχαριστηθεί ο αφέντας,
ο προύχοντας,
ο ΑΡΧΟΝΤΑΣ της ΜΟΙΡΑΣ σου πλέον.


ο Τύπος τιναζόταν συνεχώς
τα κωλομπίθρουλά του τινάζονταν με το δευτερόλεπτο,
έσφιγγε τα δόντια του,
ορκιζόταν στο μυαλό του δήθεν πως θα σκοτώσει το Χοντρό,
((σιγά μην))
στο τέλος
ένιωσε το υπέρτατο σφίξιμο
και μια αίσθηση
σα να αδειάζουν υαλοκαθαριστήρες
στη κωλοτρυπίδα σου μέσα,
όχι στη κωλοτρυπίδα,
βαθύτερα,
στο ΕΙΝΑΙ σου μέσα΄.


έμεινε να στέκει μισολυπόθυμος στο δρομάκι
το δρομάκι που από εδώ και μπρος θα μάθαινε να μισούσε

ο Χοντρός του πέταξε πέντε ευρώ στο πάτωμα
χαμογέλασε, σκούπισε το πούτσο του με ένα χαρτομάντηλο φτηνό,

και έφυγε στο σκοτάδι.


ο Τύπος αναρωτιότανε

αν του άξιζε ό,τι του άξιζε,

ή αν απλά,

όλα όσα πέρασε,


απλά θα γίνονταν

κάποια στιγμή


στη κλεψύδρα που άδειαζε και που ο ίδιος ονόμαζε:

"Ημέρα"

ή

"Ζωή"