"If a picture is worth a thousand words, a song is worth a million."

(Anon.)

Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

Moon



to George


They're walking in a narrow city alley, hand-in-hand. The alley is dark and the area dodgy but they don't seem to care; not even to notice. The moon, a huge bright ball, is hanging above their heads. It is the August full moon, the most glorious among the silver masks of the Goddess, a moon revered by all men alike, old men and young, common men and artists, lonesome men and lovers, prudent men and vagabonds.

He is holding an ice-cream. She, a cigarette. As they're walking, they realise that they're being followed by cats. White cats and black cats, big cats and little kittens, an army of fur and paws and tails.

The cats are now walking past them. They decide to follow the cats through the alley, into the magical night.

The moon, a huge bright ball, is hanging above their heads. The smoke of the cigarette, a faint silver thread, separates the dream from reality.

The moon, a huge bright ball.

He stretches his arm up to the sky, towards the moon. He opens his hand and takes the moon off the sky and throws it  to her. She, startled, lets the moon bounce up and down the alley and they run after it.

Soon the alley leads moon and humans to an opening. The cats are nowhere to be seen. Instead, there are wagons, gypsy wagons,full of colour; there is the smell of cotton candy and the sound of wineglass clinking.

The moon finally stops in front of the feet of a dark-haired, kohl-eyed, moustache-bearing young man. He is holding violin and bow, the latter standing ready over the strings, faintly touching them. He looks at the moon and then at the couple. He nods, his eyes still fixed on them.

A little child, no older than a toddler, appears from nowhere and tries to catch the moon. The moon is too big for his little arms, but soon more children gather and help the little one carry the moon nearby.

As the children start playing, throwing the moon to each other – after all, the moon is nothing more than a huge, bright ball-, the bow starts going up and down on the violin strings.


A fast, masterful, whimsical melody fills the air. Men start dancing, feet are going up and down, skirts are ruffling and twirling like woven jellyfish. The air is torn by the vivid melody and the laughing anarchy of the dancers. The moon is bouncing up and down in the hands of the children. Only the cats are still nowhere to be seen.

And they, hand-in-hand, are looking.

It could be a dream or magic. It could be a nightly illusion or a cleft in reality. It could just be the cats' fault. Or a kind of lunacy.
But it could also be a fantasy, a fairy tale, or an I-love-you.




(The following day all wagons and men had disappeared. There was nothing left but the traces of cat paws on the ground.)






Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2011


Μέσα στη πιο μακρινή Νύχτα που ποτέ δεν έζησες,
Μέσα στο πιο ευγενικό Πρωινό που δε σε χάιδεψε ποτέ,

μέσα απ' τη πιο μεγάλη Νύχτα και τη πιο μεγάλη Μέρα,

Σίγουρα θα αμφιβάλλεις, σίγουρα θα φοβάσαι και θα πονάς,
Σίγουρα θα είσαι Σίγουρος για όλα, σίγουρα θα γελάς και θα γλεντάς
και θα κραυγάζεις μέχρι τα πνευμόνια σου να μην αντέχουν άλλο:

Μισή Ζωή δε φτάνει.
Όλη η Ζωή δε φτάνει.
Καθόλου Ζωή δε φτάνει.

Τίποτα δε φτάνει.
Όλα μαζί δε φτάνουν.

Κυριακή, 5 Ιουνίου 2011

Ό,τι σε κάνει να ζεις




η Ιδέα του ότι Έχασες,
ο νους φέρνει βόλτες σε σκατόνερα,

δίπλα από λίγα βγαλμένα δόντια,
μια γαβάθα σκόνη,
κάτουρο σε γωνίες τοίχων,
πεποιθήσεις,
υποσχέσεις για ανάνηψη,


λίγο μακρύτερα,
κάπου μακρύτερα

κατοικοεδρεύει η ανάγκη,
κάπου μακρύτερα
θα υπάρχει μια φούχτα ανάσες,
θα υπάρχει μια υπόσχεση
καθώς
και ένας λόγος για να αναπνές,

είναι στιγμιαίο και φευγαλέο,
σχεδόν μηδαμινής υπόστασης,

μα θαρρώ πως δίχως αυτό,
ό,τι περπατάει στα δυο του πόδια

θα είχε γευτεί από νωρίς
τον τίτλο του
"αυτόχειρα"

Σάββατο, 21 Μαΐου 2011

ΣΙΓΟΥΡΑ!


υπάρχεις και όλα υπάρχουν και επίσης


όσα σε κάνουν να βλαστημάς
σε οδηγούν στο Θείο

και όσα σε προτρέπουν να κάνεις το σταυρό σου
σου ψιθυρίζουνε για υγρά κολπικά και όνειρα πούτσας

και επίσης

ΟΛΑ ΕΧΟΥΝ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΟΥΤΡΑ,

κάποτε τώρα και μετά,


κοίτα τον ίσκιο σου
κοίτα τι απαλά
ανέλπιστα ειλικρινά

όλα τα θεωρεί ίσκιο,

κάτω απ' το ίδιο γκριζομπλέ πέπλο,


κοίτα πώς

όλα είναι

ο ίσκιος σου.

κεχριμπαρένια
ήταν

τα χείλη της

και κεχριμπαρένια

τα μάτια της,

και επίσης πρέπει κανείς να αναφέρει
ότι το σώμα της έφερνε βόλτες
σα φλόγα από κερί

κερί παλιό,
κερί πιστό, αληθινό,
που έσβηνε με τα δεύτερα
που περνούσαν,


σκεφτόμουνα
μόνο λεωφόρους,
σκεφτόμουνα
ότι πρέπει να λάβω το ρόλο
του νεκρού ζώου, το ψοφίμι,

η γούνα η ματωμένη
με τα εντόσθια
σε παρέλαση

κάτω από έναν
ήλιο

που διακρίσεις
δε κάνει ποτέ:

όταν το παρακάνεις

θα έιμεθα εκεί

να σε χτυπάμε φιλικά στη πλάτη,

και να σου μπήγουμε τα δάχτυλα
μέσα στα μάτια

γελώντας κοροϊδευτικά.


Κανένας
δε λογίστηκε τι
τον έκανε

να χάσει μια
μάχη

της ζωής-
και αυτό τους έκανε όλους

γεμάτους
πίτουρα
οχλαγωγίας,

νεκρές ευχές

και κεριά να σβήνουνε
πριν καν
προλάβουνε να ανάψουνε.


ό,τι τον έκανε

να πιει στην υγεία της ζωής,

πλέον του έδειχνε
με τη στάση του,

ότι τίποτα δεν έμενε στέρεο,

τουλάχιστον όχι παραπάνω

απ' όσα του γεμίζουν
το στομάχι

με ψεύδη

και πανέμορφες,
υπέρλαμπρες

δικαιολογίες.

Πέμπτη, 5 Μαΐου 2011

Λίμνες μεταξύ γαλάζιου και σκατού




ερωτηματολόγια με συμπεράσματα
πριν καν κλείσεις ανοιγοκλείσεις τα μάτια,
κει για τη πάρτη σου, τη ντάγκλα σου
πριν από σένα πριν από πριν καν,

ας ταϊσουμε
το αυγό χυμένο
να το φάει
η κότα:

και ας πάνε όλα από κει και πέρα
το ίδιο ασήμαντα,
μες την Μολωχ-ο-Μηχανή μας.

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

Μασούρια


Στάθηκαν στην άκρη της
λεωφόρου,
η οποία και έμοιαζε να
πειραματίζεται με μάτια
από πορτοκαλί
και πορφυρένιες σιλουέτες
στο μισοσκόταδο,
στάθηκαν και παρατήρησαν
ο ένας τον άλλο:

αυτή είδε
έναν επιπόλαιο
τραμπούκο
που τα γαλάζια μάτια του
όσο κι αν γυάλιζαν
και φωτίζονταν παραπάνω, λες,
απ' τις σταγόνες τις βροχής,
δε μπορούσαν να κρύψουν τα σημάδια
εκείνα της πεποίθησής του
ότι το αύριο έχει ήδη πεθάνει
και μαζί του και εμείς.

αυτός είδε
μια γερασμένη νυφίτσα
παρφουμαρισμένη με
την ήττα και
μακιγιαρισμένη
με τα χρώματα του πολέμου,
ένα γέρικο σκαρί που
προσπαθούσε να προσφέρει σάρκα
λιωμένη στο κόσμο γύρω της,
για να κρύψει την ανάγκη της
να παύσει να αναπνέει.

δε μίλησε κανείς
και στη λεωφόρο τώρα πια
μόνο ανάσες γυροφέρνανε:
μα ύστερα κοίταξε ο καθείς τους
την αντανάκλασή του
στις λιμνούλες από νερό
που σχημάτιζε η βροχή στα πλακάκια
τα τσιμεντένια

αυτή είδε
ένα χάρτη από κακουχίες
και δρόμους και παραδρόμους
να μπλέκονται και να
σχηματίζουν εν τέλει κοντά
στο κούτελο,
το σύμβολο της αιωνιότητας

αυτός είδε
ουλές στα μάγουλα και στο πηγούνι,
χαρακιές στα δάχτυλα και
σημάδια από σβησμένα τσιγάρα στο στήθος,
μα παρ'ολ'αυτά,
η πλάτη του
δεν είχε ούτε το παραμικρό σημάδι,

καθώς ποτέ
δεν έτρεξε να φύγει
από καμία μάχη
σε αυτή τη ζωή.