"If a picture is worth a thousand words, a song is worth a million."

(Anon.)

Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2011


Μέσα στη πιο μακρινή Νύχτα που ποτέ δεν έζησες,
Μέσα στο πιο ευγενικό Πρωινό που δε σε χάιδεψε ποτέ,

μέσα απ' τη πιο μεγάλη Νύχτα και τη πιο μεγάλη Μέρα,

Σίγουρα θα αμφιβάλλεις, σίγουρα θα φοβάσαι και θα πονάς,
Σίγουρα θα είσαι Σίγουρος για όλα, σίγουρα θα γελάς και θα γλεντάς
και θα κραυγάζεις μέχρι τα πνευμόνια σου να μην αντέχουν άλλο:

Μισή Ζωή δε φτάνει.
Όλη η Ζωή δε φτάνει.
Καθόλου Ζωή δε φτάνει.

Τίποτα δε φτάνει.
Όλα μαζί δε φτάνουν.

Κυριακή, 5 Ιουνίου 2011

Ό,τι σε κάνει να ζεις




η Ιδέα του ότι Έχασες,
ο νους φέρνει βόλτες σε σκατόνερα,

δίπλα από λίγα βγαλμένα δόντια,
μια γαβάθα σκόνη,
κάτουρο σε γωνίες τοίχων,
πεποιθήσεις,
υποσχέσεις για ανάνηψη,


λίγο μακρύτερα,
κάπου μακρύτερα

κατοικοεδρεύει η ανάγκη,
κάπου μακρύτερα
θα υπάρχει μια φούχτα ανάσες,
θα υπάρχει μια υπόσχεση
καθώς
και ένας λόγος για να αναπνές,

είναι στιγμιαίο και φευγαλέο,
σχεδόν μηδαμινής υπόστασης,

μα θαρρώ πως δίχως αυτό,
ό,τι περπατάει στα δυο του πόδια

θα είχε γευτεί από νωρίς
τον τίτλο του
"αυτόχειρα"

Σάββατο, 21 Μαΐου 2011

ΣΙΓΟΥΡΑ!


υπάρχεις και όλα υπάρχουν και επίσης


όσα σε κάνουν να βλαστημάς
σε οδηγούν στο Θείο

και όσα σε προτρέπουν να κάνεις το σταυρό σου
σου ψιθυρίζουνε για υγρά κολπικά και όνειρα πούτσας

και επίσης

ΟΛΑ ΕΧΟΥΝ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΟΥΤΡΑ,

κάποτε τώρα και μετά,


κοίτα τον ίσκιο σου
κοίτα τι απαλά
ανέλπιστα ειλικρινά

όλα τα θεωρεί ίσκιο,

κάτω απ' το ίδιο γκριζομπλέ πέπλο,


κοίτα πώς

όλα είναι

ο ίσκιος σου.

κεχριμπαρένια
ήταν

τα χείλη της

και κεχριμπαρένια

τα μάτια της,

και επίσης πρέπει κανείς να αναφέρει
ότι το σώμα της έφερνε βόλτες
σα φλόγα από κερί

κερί παλιό,
κερί πιστό, αληθινό,
που έσβηνε με τα δεύτερα
που περνούσαν,


σκεφτόμουνα
μόνο λεωφόρους,
σκεφτόμουνα
ότι πρέπει να λάβω το ρόλο
του νεκρού ζώου, το ψοφίμι,

η γούνα η ματωμένη
με τα εντόσθια
σε παρέλαση

κάτω από έναν
ήλιο

που διακρίσεις
δε κάνει ποτέ:

όταν το παρακάνεις

θα έιμεθα εκεί

να σε χτυπάμε φιλικά στη πλάτη,

και να σου μπήγουμε τα δάχτυλα
μέσα στα μάτια

γελώντας κοροϊδευτικά.


Κανένας
δε λογίστηκε τι
τον έκανε

να χάσει μια
μάχη

της ζωής-
και αυτό τους έκανε όλους

γεμάτους
πίτουρα
οχλαγωγίας,

νεκρές ευχές

και κεριά να σβήνουνε
πριν καν
προλάβουνε να ανάψουνε.


ό,τι τον έκανε

να πιει στην υγεία της ζωής,

πλέον του έδειχνε
με τη στάση του,

ότι τίποτα δεν έμενε στέρεο,

τουλάχιστον όχι παραπάνω

απ' όσα του γεμίζουν
το στομάχι

με ψεύδη

και πανέμορφες,
υπέρλαμπρες

δικαιολογίες.

Πέμπτη, 5 Μαΐου 2011

Λίμνες μεταξύ γαλάζιου και σκατού




ερωτηματολόγια με συμπεράσματα
πριν καν κλείσεις ανοιγοκλείσεις τα μάτια,
κει για τη πάρτη σου, τη ντάγκλα σου
πριν από σένα πριν από πριν καν,

ας ταϊσουμε
το αυγό χυμένο
να το φάει
η κότα:

και ας πάνε όλα από κει και πέρα
το ίδιο ασήμαντα,
μες την Μολωχ-ο-Μηχανή μας.

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

Μασούρια


Στάθηκαν στην άκρη της
λεωφόρου,
η οποία και έμοιαζε να
πειραματίζεται με μάτια
από πορτοκαλί
και πορφυρένιες σιλουέτες
στο μισοσκόταδο,
στάθηκαν και παρατήρησαν
ο ένας τον άλλο:

αυτή είδε
έναν επιπόλαιο
τραμπούκο
που τα γαλάζια μάτια του
όσο κι αν γυάλιζαν
και φωτίζονταν παραπάνω, λες,
απ' τις σταγόνες τις βροχής,
δε μπορούσαν να κρύψουν τα σημάδια
εκείνα της πεποίθησής του
ότι το αύριο έχει ήδη πεθάνει
και μαζί του και εμείς.

αυτός είδε
μια γερασμένη νυφίτσα
παρφουμαρισμένη με
την ήττα και
μακιγιαρισμένη
με τα χρώματα του πολέμου,
ένα γέρικο σκαρί που
προσπαθούσε να προσφέρει σάρκα
λιωμένη στο κόσμο γύρω της,
για να κρύψει την ανάγκη της
να παύσει να αναπνέει.

δε μίλησε κανείς
και στη λεωφόρο τώρα πια
μόνο ανάσες γυροφέρνανε:
μα ύστερα κοίταξε ο καθείς τους
την αντανάκλασή του
στις λιμνούλες από νερό
που σχημάτιζε η βροχή στα πλακάκια
τα τσιμεντένια

αυτή είδε
ένα χάρτη από κακουχίες
και δρόμους και παραδρόμους
να μπλέκονται και να
σχηματίζουν εν τέλει κοντά
στο κούτελο,
το σύμβολο της αιωνιότητας

αυτός είδε
ουλές στα μάγουλα και στο πηγούνι,
χαρακιές στα δάχτυλα και
σημάδια από σβησμένα τσιγάρα στο στήθος,
μα παρ'ολ'αυτά,
η πλάτη του
δεν είχε ούτε το παραμικρό σημάδι,

καθώς ποτέ
δεν έτρεξε να φύγει
από καμία μάχη
σε αυτή τη ζωή.

Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2011

Το Περβόλι





Μια φορά κι έναν καιρό γεννήθηκε ένα τραγούδι. Ήταν, λένε, Ριζίτικο της Κρήτης. Αυτό το πήρε ένα πανεπιστήμιο, το έκαμε χορωδιακό, χωρίς όργανα (η συγγραφέας, δυστυχώς, δεν ξέρει λεπτομέρειες, δεν είναι επιστήμονας, απο δω κι απο κει μάζεψε κομμάτια της ιστορίας, εξάλλου δε χωρά επιστήμη στα παραμύθια) κι αγάπησε μια κοπέλα που την έλεγαν Ματίνα.

Η Ματίνα ήταν εικοσιένα κι έμοιαζε με ξωτικό. Είχε καστανόξανθα μαλλιά που έφταναν ως τη μέση της και φορύσε μακριά, πολύχρωμα φορέματα. Είχε ένα πρόσωπο λίγο αυθάδικο και περιπαικτικό, όπως έχουν όλα τα ξωτικά. Η Ματίνα αγαπούσε πολύ τη μουσική κι ερωτεύτηκε κι αυτή το τραγούδι.

Τα ξωτικά, όμως, δεν μπορούν να φάνε από τις σκανταλιές και τα δάση. Η Ματίνα έπρεπε να φάει. Οπότε, ντύθηκε άνθρωπος και βρήκε δουλειά σε ένα ωδείο. Θα δούλευε με παιδάκια και θα τους μάθαινε παραδοσιακά τραγούδια.

Τους έμαθε πολλά τραγούδια μέχρι να τους παρουσιάσει τον διαλεχτό της, το “Περβόλι”.: το “Παντρεύουνε τον Κάβουρα”, τον “Τσιρτσιλιάγκο”, το “Πιδί μ' σαν θελ΄τς να παντριφτίς”. Τα παιδιά είχαν ήδη εξασκήσει αρκετά τη φωνή τους – όλα τα παραδοσιακά είναι πολύ δύσκολα να τα πεις, έχουν γυρίσματα εκεί που θαρρείς πως είναι ισιάδα, σε πάνε και σε φέρνουνε, κι ουαί κι αλίμονό σου αν κάνεις φαλτσαδούρα. Θα τα σκοτώσεις. Και το Περβόλι, όσο όμορφο ήτανε, άλλη τόση δυσκολία είχε.

Το πήραν τα παιδάκια κι ευθύς άρχισαν να το μελετάνε. Παρά τη δυσκολία του, ήτανε πιο όμορφο από τα άλλα τραγούδια. Ακόμα κι αυτά το καταλάβαιναν, ένιωθαν ότι είχε κάτι ξεχωριστό. Ήταν πολύ μικρά, όμως, για να καταλάβουν από έρωτα ακόμα. Εδω δεν είχαν καλά-καλά καταλάβει ότι η δασκάλα τους ήταν ανεράιδα.

Όχι πως κι αυτή τα βοηθούσε πολύ. Συνέχεια τα πείραζε και τα μάλωνε:
-Μαρία, πιο ψηλά!
-Ζωίτσα, πιο χαμηλά!
-Ορέστη, παίρνε σωστές αναπνοές!
-Δανάη, μη ρυτιδιάζεις!

Κι έσκαγαν τα παιδάκια να πολεμήσουν το φάλτσο, τις αναπνοές, τα ρυτιδιάσματα. Ίδρωναν, ξεϊδρωναν, αγκομαχούσανε, παλεύανε.

Στο τέλος το βγάλανε.

Βγήκαν στη συναυλία και το είπανε. Η συναυλία δεν είχε όργανα, ήτανε μόνα τους, καμιά εικοσαριά στόματα. Το τραγούδι όμως βγήκε σαν να το ξεστόμιζε ενα, σαν να 'βραζε η γης και να 'τρεμε κι έκανε ένα ΜΠΑΦ! και ξεπήδησε μια πηγούλα γάργαρη, κελαρυστή, γεμάτη ζωή.

Κι όσοι μεγάλοι ήταν εκεί, δάκρυσαν.

Τα παιδάκια δεν κατάλαβαν γιατί δάκρυσαν οι μεγάλοι· δεν τους είχαν συνηθίσει να κάνουν τέτοια καμώματα και ένιωσαν άβολα. Μετά τη συναυλία πήρε το καθένα τους γονείς από το χέρι και τους πήγε βόλτα. Ένιωθαν ανακουφισμένα γιατί η συναυλία είχε τελειώσει και η περίεργη κυρία Ματίνα δε θα τα πείραζε άλλο, μιας και είχε τελειώσει η χρονιά.

Ήρθε ο Σεπτέμβρης και τα παιδιά αποφάσισαν πως δε θέλουν άλλα παραδοσιακά τραγούδια. Άρχισαν να κάνουν άλλα πράγματα. Ο χρόνος πέρασε και μεγάλωσαν χωρίς καλά-καλά να το καταλάβουν. Σιγά-σιγά έγιναν κι αυτοί μεγάλοι.

Μια μέρα ένα από αυτά τα παιδιά έχαψνε τραγούδια στο youtube. Ήξερε ότι εκεί ζουν άναρχα πολλά τραγούδια και σε περιμένουν να τα ανακαλύψεις. Τραγούδι στο τραγούδι, το παιδί έπεσε πάνω στο Περβόλι.

Στην αρχή ένιωσε ένα πόνο στο λαρύγγι, ένα φάλτσο, ένα ρυτίδιασμα. Αλλά τα έδιωξε γρήγορα· ήταν πια, βλέπετε, μεγάλο. Πάτησε το “play” και το παιδί κατάλαβε γιατί είχαν δακρύσει τότε στη συναυλία οι μεγάλοι.

Και άφησε την τρυφερότητα να του σκουπίσει τα μάτια.


Για ειδές περβόλι όμορφο,
για ειδές κατάκρυα βρύση, στο περβόλι μας
στ' ώριο περβόλι μας, τ' όμορφο.

Κι όσα δεντρά έπεψεν ο Θιός
όλα είναι φυτεμένα, στο περιβόλι μας
στο ώριο περβόλι μας, τ' όμορφο.

Κι' όσα πουλιά έπεψεν ο θιός
μέσα 'ναι φωλεμένα στο περιβόλι
μας
στ' ώριο περβόλι μας, τ' όμορφο.

Μέσα σ’ εκείνα τα πουλιά
ευρέθ’ ένα παγώνι
ω το παγώνι μας τ' όμορφο
και χτίζει τη φωλίτσαν του
σε μιάς μηλιάς κλωνάρι,
στο περβόλι μας,
στ’ ώριο περβόλι μας τ’ όμορφο.


(Όσο για την κυρία Ματίνα, κανείς δεν ξέρει τι απέγινε. Το παιδί δεν μπόρεσε να την βρει στο άναρχο κυκεώνα πληροφοριών που λέγεται Internet. Καλύτερα, γιατί τα ξωτικά δεν μπορούνε να στριμωχτούνε σε bits και bytes. Φαντάζεται, ό0μως, ότι μετά εκείνη τη συναυλία το Περβόλι μεταμορφώθηκε σε ένα πανέμορφο νέο και χάθηκαν μαζί από ανθρώπων μάτια.)