"If a picture is worth a thousand words, a song is worth a million."

(Anon.)

Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2010

Μεσάνυχτα, ωραία.



Πλακάκια είναι γκρι
και το ποτάμι κυλάει
και κυλάει και κυλάει
ουροβόριος κύκλος.
Ωραίος.

Στα ενδιάμεσα πολιτισμού
μεταξύ σκότους και κάτι παραπάνω από
ψευδοφωτός παραγόμενου
από τους άλλους
((που λεν, "άλλους"
μεις είμεθα δαύτοι))

έμπαινες στη πόρτα
του μπαρ
και λόγω πολυκοσμίας
ήσουν λες και
έμπαινες
σε μια μήτρα σιχαμένη
η εναλλαγή
απ' τη γέννηση
στο επίσης μηδέν
έβλεπες
20,000,000 σπερματοζωάρια
να πα να γονιμοποιήσουν
ένα ή δύο
ωάρια
που χορεύανε πάνου
στη μπάρα τη ξύλινη
και σπρωχνόσουνα
για να μπεις
όλο και πιο μέσα
"δε με νοιάζει αυτό στο οποίο μπαίνω
αρκεί να βρω μια ήσυχη γωνία
και γονιμοποιήστε σεις το ωάριο
παρακαλώ,
μα, τι λέτε,
ευχαρίστησής μου!
Παρακαλώ"!

Βέβαια οι φιγούρες ήταν πιο
άγαρμπες στην αρχή
ντυμένες όλες, περίεργο πράμα
με μετενσαρκώσεις του άσπρου και πράσινου
μέσα στο σκοτάδι
και χορεύανε
όπως χορεύει μια ανάσα
μελλοθάνατου
πάνω στο τζάμι
με μηδέν βαθμούς κελσίου
απόξω
με τέτοιο πάθος δηλαδή
πάνω στο πάγκο
και τότε ένιωθες ολόκληρος,
άντρας,
μέσα στο μηδέν και στην απουσία ταυτότητος
είσαι σκεπασμένος
με τη γλίτσα
του "κάνω
μα όχι, όχι τώρα,
ποτέ"
μερικές γυναίκες
απλά θα χορεύουν μέσα στο σκοτάδι
για πάντα
και συ θα πίνεις
αγνοώντας τες
όχι λόγω ανωτερότητας
μα επειδή
σε νοιάζει το να
πιεις
και να πας σπίτι
να καπνίσεις
1 τσιγάρο
παραπάνω.

"Μου κάνει, λες και τους στοιβάζουμε όλους δω μέσα, στο σαρδελόκουτο, με τη βία, τους χτυπάμε και στα τύμπανα εξωφρενικά δυνατή σε ντεσιμπέλ μουσική, και κενή σε νόημα, και τους αναγκάζουμε με όπλα να μείνουν μέσα σε κάθε περίπτωση"
((ήχος από μπουκάλι να σπάει, κώλος που κουνιέται στο ενδιάμεσο, ζαρωμένος μα σίγουρος για τον εαυτό του, μα όπως και να'χει, αδιάφορος))
"Μένα μου κάνει σα τη μήτρα. Ή σα τη Κόλαση. Ή τα δύο μαζί".
"Άρα η μήτρα είναι η κόλαση;"
"Δε ξέρω".

Να πα να γαμηθεί ο Πλάτων και τα γιουσιούφια του.
Κανένας κόσμος ιδεών δε περιμένει πριν τη γέννηση
και καμία ανάμνηση δεν είναιθ βάλσαμο.
Ο μόνος κόσμος ιδεών που ξέρω
είναι ένα χωράφι τίγκα στις τσουκνίδες
και πριν τη γέννηση
είναι η αυτοανακύκλωση.

Σκουπίδια δεν είμεθα,
στη συμπαντική σκακίερα;

Ή μπας και φαντασιωθήκατε
ή φαντασιωθήκαμε
ότι είμεθα "ξεχωριστοί";

Τελευταία μπύρα του κόσμου
σε μένα
και δε σηκώνω κουβέντα
καν.

2 σχόλια:

  1. To κλασικο διλημμα, να ξεχωριζω αλλα και να ανηκω καπου, ακομα καιμγια μια στιγμη σε ενα μπαρ-αρρωστη μητρα.

    Αντε να τα συμβιβασεις ντε.

    Ωραιος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ειδικά αν είσαι μουδιασμένος σε όλο το κεφάλι και απλά ταλαντώνεσαι μεταξύ κώλων και ξινοσφηνακοτράπεζων.
    Το εκκρεμές του Φακόφ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή