"If a picture is worth a thousand words, a song is worth a million."

(Anon.)

Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010




Σταφυδιαζότανε που λες μέρα μεσημέρι στο τραπέζι του σαλπίκη με την αξούριστη πηγούνα και το διπλόφρυδο, άραζε εκεί απ' το ντάλα ήλιο μέχρι το ξημέρωμα, για να' μαστε ακριβείς, μα κείνη τη μέρα δήθε μας έκλασε όλους ευγενικά και προτίμησε να σουτελιάσει με κακοπληρωμένο τσίπουρο, με και-γω-δε-ξέρω-πόσες-βράσεις, καθόταν που λες δικέ μου ο τυπάς και κοπάναγε τα μικροπότηρα στη γλώσσα το ένα μετά το άλλο, ζοριζότανε απίστευτα, πέρασα και τονε πήρα μάτι στιγμιαία έξω απ το τσιπουρομάγαζο, είχε απλωθεί σα σερβιέτα στη καρέκλα, το ένα του μάτι τρεμόπαιζε, καλούσε το Άπειρο σου λέω, τα πόδια του είχανε λυθεί και φτύνανε σπασμούδια, αρχιδοτσάκαλος ο δικός σου πού και πού, μη παρεξηγάς, ναι, αρχιδοτσάκαλος όσο τονε έπαιρνε και όσο ρήμαζε ό,τι ρήμαζε, μα κείνη τη μέρα είχε ξεκωλιαστεί στα ξύδια, κωλοτρυπίδι απ' τα σπάνια, έριχνε γκιοζιές τριγύρω με ένα πλαστικό χαμόγελο παλιάτσου που κρεμότανε σα μανίκι δίπλα απ' τα δυο αυτιά του. Ζήτησε φόκο απ' τον δικό μας τον καστανομάλλη, μα ούτε το τσιγαρέτο δε μπορούσε να στεριώσει σε κείνη τη φάκα από δόντια και ουλίτιδα. Πέρασα και τον είδα, ξέρω πώς ήταν. Εν τέλει, κατέληξε να φύγει το βράδυ σβουρηχτός, καλλιοσβουρόδερνε στο πλακόστρωτο για ώρες, γράπωνε άκρες απ' ό,τι σκατολοϊδι επετύχαινε μπρος του και άθροιζε μαλακίες για τον ΤΕΤΡΑΓΡΑΜΜΑΤΟΝ σε αγνώστους- τι Τετραγράμματον, ΤΕΤΡΑΓΑΜΑΤΟΝ ο δικός σου, σου λεω. Έφτασε στο τσαρδί του το μυριοκλανηστήρι, λίγο έλειψε να σπάσει κατά λάθος τη πόρτα ο μεγάλος, και μιλάμε για πύλη εξτραβαγκάντζα τίγκα, απ' αυτές, της ασφαλείας που λέμε, για τα χαμπέρια τα σουφροκώλικα, πήγε να σπάσει τη πόρτα απ' τη κωλοστριμούρα του να ορμήσει στο διαμέρισμα, δεν έβγαλε καν τα παπούτσα του, ούτε τη μπουφανιά, όχι κύριε, άραξε λέει ο μάγκας και άρχισε να κατεβάζει, να σκαρφίζεται λεξούλες μπρος απ' την οθόνη του υπολογιστάτορα, μέσα, ναι, το κανε συχνά και νόμιζε ότι θα μπούκωνε λίγο τ'αντεράκι του παλιά με δαύτες τις μαλακίες, τώρα λέει το κάνει από συνήθειο, για φευγιό- παπάρια, δε τονε πίστεψα ποτέ το μάγκα, να σου πω γιατί, γεμίσανε οι τέσσερις τοίχοι ρε παιδί μου από κατάθλες τοξικολάγνους που σου σηκώνονται μετά και σου τονε χορεύουνε ότι είναι άποψη κι απελευθέρωση και ηρεμία- τεμπέληδες, αυτό λέγω γω, αυτό σου λεγα και ψες, ναι, δε γίνεται ρε μαγκάκο να'σαι στο απίκο όλη μέρα για τη μπουκάλα και το βράδυ να μου λες για μαγείες και Ποκαχόντες- δε γίνεται για μένα, όχι ρε μαλάκα, μην επιμένεις μωρή λέρα, ξέρω τι σου λέω- και μετά ο δικός σου ξέρεις τι κάνει ε; Τεζάρει μπρος απ' την οθόνη ενώ έχει γράψει κάτι αράδες και το πρωί τις κοιτάει και δε θυμάται μία τι στο πούτσαρο κοπάναγε τη προηγούμενη νυχτιά και όσες του αρέσουνε να πούμε τις κρατάει και τις έχει για παράσημο, το κλαπέτο του κλαμμένου, ξέρωγω- και σήμερα από δω θα περάσει, ή αν έχει ξεμείνει, θα βουτήξει τίποτα φτηνόμπυρες και θα γίνει σένιος ως το απόγιομα, και μετά θα περιφέρεται δω και κει και παραπέρα ψάχνοντας κανα περιπτερουά για να τσιμπήσει άλλο ένα κουτάκι ακόμα. Αι τέχναι, σου λέει μετά. Δε κόβω το πουλί μου με βουτυρομάχαιρο καλύτερα, ρε δικέ μου;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου