"If a picture is worth a thousand words, a song is worth a million."

(Anon.)

Δευτέρα 31 Μαΐου 2010

Timeless

Ξαπλωμενη αργα, τα βραδια εχω τον Μορφεα διπλα μου. Με σκεπαζει στο μανδυα του και μουρμουριζει νανουρισματα στι γλωσσα των Θεων. Ειναι παλιος, χωρις χρονο, χωρις ουτε μια υποψια αγαπης.

Καμια φορα γυρναω, τον κοιταω, με αρπαζει σε ενα παθιασμενο φιλι και με αφηνει αναισθητη, νεκρωμενη για ωρες με τα ματια κλειστα, τα χειλη ανοιχτα το σωμα πληρως παραδομενο στα ματια του. Υστερα, παντα λιγο πριν ξυπνησω, σερνει τον δεικτη στο λακακι του λαιμου μου και κατω... πιο κατω. Μου φιλα τα ματια και εξαφανιζεται. Το πατωμα δεν τριζει, η πορτα δεν ανοιγει, λιγο παιζει η κουρτινα σαν απο ανασα. Ξυπνω σε ενα δωματιο αδειο με τη μυρωδια του ακομα διασπαρτη στο κρεββατι και την μερια του ζεστη.


Ποτε μου δεν αγαπησα το Μορφεα, απο μικρη, πολυ μικρη εδωσα την καρδια μου στον αδερφο του. Σκοτεινος, ψηλος με ωμους στενους και μαυρα ματια, μαυρα σαν τη νυχτα. Μπορει να φιλα τα χειλη μου ο υπνος τα βραδια, μπορει η καπα του να με σκεπαζει και το κορμι του να με κρατα ζεστη, κολλημενη στο στηθος του. Μα ειναι νυχτες που ο Μορφεας φτανει στο παραθυρο μου και δειλιαζει. Ειναι νυχτες που φευγει για να βρει αλλες γυναικες, πιο ομορφες απο μενα, πιο ποθητες απο μενα.


Ειναι νυχτες που ο Θανατος γλυστρα στις σκιες της καμαρας μου. Τον ενιωθα στην αρχη να με κοιταει απο την ακρη του κρεββατιου. Το χερι του αγγιζε λιγο την κουβερτα πανω απο το ποδι μου και μετανιωμενος το τραβουσε αποτομα μονο και μονο για να το αφησει ξανα στο ανευρο ακρο μου. Υστερα πλησιασε, καθισε διπλα στη γαμπα μου, γονατισε διπλα στο προσωπο μου κρυμμενος παντα στις σκιες, ισως ειναι η παρουσια του που τις καλει.


Ειναι νυχτες σαν αυτες που κειτομαι ξυπνια, σφιγμενη, αεικινητη. Ειναι νυχτες σαν αυτες που αναδευομαι συνεχως κατω απο τα σεντονια. Ειναι αλλες νυχτες, με το χερι του Μορφεα περασμενο χαλαρα γυρω απο τη μεση μου που ο Θανατος ανοιγει την πορτα και πατα ακριβως στο σανιδι που τριζει, ακλονητος στην εξουσια του.


Γνεφει αποτομα στον αδερφο του.

“Αυτη ειναι δικη μου.” και βγαζοντας το σκιωδη μανδυα του ξαπλωνει διπλα μου, μεσα μου, πανω μου. Ειναι σαν να βυθιζομαι στην πιο βαθεια θαλασσα. Σιωπη, ησυχια και ασφαλεια, τοσο εντονες που δεν προσεχεις το νερο στα πνευμονια σου, δεν καταλαβαινεις τον πνιγμο σου. Ειρωνικο, ουτε το νερο καταλαβαινει οτι σε πνιγει.


Το δερμα του ειναι χλωμο και ζεστο, οι φλεβες του σκουρες γαλαζιες και χοντρες σαν κλωνοι φυτου. Σερνονται κατω απο την επιφανεια τελεια απλωμενες, βαθια μεσα στο στηθος του χτυπα σταθερα μια καρδια. Δεν αλλαζει ποτε ρυθμο οσο βιαια και να με αρπαζουν τα χερια του, οσο δυνατα και να με σφιγγει πανω του. Ενα αεναο ταπ... ταπ... ταπ... σαν κορακιου φτερουγα εισβαλλει στα αυτια μου. Τοσο εκκωφαντικα δυνατο που ακουω καμια απο τις φωνες μου, καμια απο τις λεξεις μου.


Μεχρι που ερχεται μια στιγμη που ειμαι... Ειμαι αυτος,με την προσωπικη μου υπαρξη αφομειωμενη. Εκεινος εξατμιζεται, βυθιζεται μεσα μου μεχρι που καθε κρυφη μου εγκοπη ειναι γεματη απο την ουσια του. Ειναι κατι τετοιες βραδιες που αναρωτιεμαι εαν οντως υπαρχω.Το καθε χαδι του με σκαβει βαθυτερα, φτιαχνει καινουγιες σπηλιες για τις σιωπες μου και αγριες θαλασσες για να ουρλιαζουν ελευθερα οι θλιψεις. Φυτευει δεντρα στον αυχενα μου να στηριζονται φιλιες, και στο κεντρο του στηθους μου πλαθει ενα ρηχο βαθουλωμα για να βρισκει καταφυγιο η αγαπη να φωλιαζει.


Μου ειχε πει πως τιποτα δεν ξερω, και τιποτα δεν αγαπω, γιατι σε τιποτα δεν δοθηκα και δεν ζω παραδομενη. Μου ειπε πως κρατησα τον εαυτο μου για μενα.

Και σαν Θεος ειχε δικιο. Και σαν θνητη παλι δειλιασα. Και δεν δοθηκα, και δεν παραδοθηκα, ωσπου ενα βραδυ, ανοιξε αθορυβος την πορτα μου και βαδισε στις μυτες των ποδιων του χωρις να τον ακουσω. Γονατισε διπλα μου με το κεφαλι του στο στηθος μου και την χαιτη της νυχτας του απλωμενη γυρω μου σαν σεντονι. Τραβηξε το μαχαιρι του, και ενω διπλα ο Μορφεας κοιμοταν ακομα το καρφωσε μεχρι τη λαβη στην καρδια του.


Ποτε δεν ακουσα καποιον να φωναζει τοσο. Το πηχτο κοκκινο ανεβλυζε ανεμποδιστο απο το στηθος του, εβαφε τα σεντονια και τα χερια του που ματαια προσπαθουσαν να σταματησουν την πορεια του. Ο Θανατος τον κοιτουσε ανεκφραστος. Τον αφησε να παλαιψει, μεχρι που οι κινησεις του αδερφου του εγιναν αδυναμες και σπασμωδικες, μεχρι που τα χειλη του, γεματα αφρο, ψιθυριζαν ικεσιες στη γλωσσα τους, τη γλωσσα των Θεων. Υστερα, απλωσε το χερι του και επιασε το μαχαιρι, διστασε για μια στιγμη και το τραβηξε αποτομα.


Ο Μορφεας ανοιξε τα ματια του διαπλατα και πηρε βαθεια ανασα, σαν αυτη του νεογεννητου, οι πνευμονες του γεμισαν θνητο αερα και απο το στομα του βγηκε μια κραυγη κατακοκκινη. Εβαψε ολους τους τοιχους, τα λερωμενα σκεπασματα. Στο στηθος του ειχε μεινει μια μαυρη πληγη, απο μεσα της εσταζαν αργα σκουρες μπλε σκιες. Απο τις ακρες των ματιων του κυλουσαν αστερια σα δακρυα και στα χερια του κρατουσε σφιχτα γαλαζια νεφελωματα να πνιγει την οδυνη του.


Ειμασταν και οι τρεις ακινητοι, κανεις δεν μιλουσε, ωσπου ο Μορφεας ανακαθισε και τιναξε το κεφαλι του σκορπωντας πλανητες. Τραβηξε απο πανω μου τον μανδυα του σχεδον θυμωμενος και τον τυλιξε στο σωμα του. Σηκωθηκε και χαθηκε στο σκοταδι με τις σκιες να σταζουν ακομα λερωνοντας το παναρχαιο υφασμα. Το πατωμα δεν ετριξε και η πορτα δεν ανοιξε, μοναχα η κουρτινα κινηθηκε λιγο, ελαφρα, σαν απο ανασα.


Μονο τοτε αφησε ο Θανατος το στιλετο να πεσει. Με σηκωσε αποτομα,σχεδον βιαια και γλυστρισε στο πατωμα μπροστα μου. Τα χερια του μπηγονταν στη σαρκα των ποδιων μου. Εκει, μαζεμενος στα ποδια μιας θνητης, με ολες τις σκιες για παρεα εκλαψε πικρα γατζωμενος στη μητρα μου. Το μετωπο του κολλημενο στο γοφο μου και οι κραυγες του να εξοστρακιζονται στους κοκκινους τοιχους ολομαυρες.


Ειναι παραξενο, εδειχνε τοσο μικρος, μεχρι που γονατισα και τον πηρα στην αγκαλια μου. Τοτε ξαναεγινε αμεσως Θεος, ταισμενος απο τη ζωη μου. Εκαιγε, οι φλεβες του φουσκωσαν,απο τον μανδυα του εβγαιναν αυλα χερια και τον χαιδευαν, εβγαιναν προσωπα και τον φιλουσαν. Με κοιτουσε και το προσωπο του γυαλιζε ολοζωντανο μεσα στο σκοταδι, καταλευκο και φωτεινο. Ενα χαμογελο τραβηξε τα χειλη του και το χερι του φωλιασε στο πισω μερος του λαιμου μου τραβωντας με προς το μερος του.


Με φιλησε πολυ ωρα, χωρις να παρει τιποτα, δεν με αφησε σκαμμενη οπως τις αλλες φορες, με φρεσκα δαση στον αυχενα και απυθμενες θαλασσες στο στηθος. Οχι, αυτη τη φορα γεμισε ολα τα βαραθρα που με τοσο κοπο ειχε ανοιξει. Οι σκιες του κυλουσαν μεσα μου, τις ενιωθα στη γλωσσα μου και πανω στα μαλλια μου. Τα χερια τους αρπαζαν σχεδον μητρικα το λαιμο μου. Επνιγαν την ανασα μου. Τραβουσαν.


Εκλεισα τα ματια μου σφιχτα, οι βλεφαριδες μπλεχτηκαν μεταξυ τους, και εκτοτε, δεν καταφερα ποτε να τα ανοιξω.

Τι τρομερο cliché... η αρχη μου.

Σάββατο 29 Μαΐου 2010

Βρωμόσκυλα



Άλλο μέρος, άλλη φάση,
σβησμένα φανάρια,
χαλασμένες λάμπες,
φιγούρες εδώ κι εκεί,
νούμερα στο καλάθι
των λαχανικών.

πλακάκια
και πλακάκια
και πλακάκια
και ροχάλες
και τάλαρα γενναία,
και σκοτάδι
και μετά πάλι σιγανό πορτοκαλί φως,
και τσιμέντο
και ασφαλίτες στο απέναντι πεζοδρόμιο
και ωραία γωνία ευθεία μπρος
και το ποτάμι
((μεγαλοπρεπές, όμορφο))
και τα χορτάρια από δίπλα
και τα ποταμόσκυλα αδέσποτα
να γλύφουνε σταγόνες απ' το τσιμέντο
άλλη μια φορά
και η απίστευτη αυτή αίσθηση
της γλυκιάς παραίτησης
απ'όλα
για απόψε
άλλη μια φορά
αντίο
δεν υπάρχω
καληνύχτα.

Παρακολουθώντας
γκρίζα και μωβιά σύννεφα από κοντα
στον ουρανό
καληνύχτα
τίποτε πιο αγνό
και ειλικρινές
από
ένα
"καληνύχτα".

Παρασκευή 28 Μαΐου 2010

Αύριο πάλι.


Θέλει προσπάθεια κάποιος να με σηκώσει από τις στάχτες μου, να με τινάξει, πάνω κάτω, βρίζοντας, να μου πετάξει το κατσούφισμα μακριά, να με κάνει άνθρωπο.
Εκείνη το μπορεί, και μάλιστα χωρίς πολλά-πολλά.
“¨Σήκω. Έλιωσες.”

Σηκώνομαι, με βοηθάει να ντυθώ, νερό στη μούρη, κουκλί είσαι, άντε, πάμε, θα είναι ωραία.
“Ε;”
Παιδάκι Α' Δημοτικού εγώ – με μαθησιακές δυσκολίες.
Δε μου λέει τίποτα, παρά μόνο ότι πάλι έβαψα ανόμοια τα μάτια μου, αλλά δε γαμιέται, ποιος θα μας δει στο μισοσκόταδο.

Και πάμε. Και είναι μισοσκόταδο. Και καπνός παντού. Ποτά παντού. Η μουσική δυνατά.
Τόσο δυνατά που μου αρέσει, γιατί δε χρειάζεται να σκέφτομαι.

Στο πρώτο ποτό λύνεται η γλώσσα, περνάω την τάξη. Μετά από δύο ακόμα νιώθω γαμάτη και βλαμμένη μαζί, σαν βικτωριανός ποιητής, το οποίο δε μου αρέσει σαν ιδέα, αλλά το αντισταθμίζω γιατί καπνίζω σαν μπλούζμαν. Και χορεύουμε σαν τρελές, αν λέει κανείς χορό το χοροπηδητό.

Σκάνε μύτη φάτσες, γνωστές φάτσες. Όλοι δικοί μου. Ο dj, γνωστός από παλιά, ξέρει ακριβώς πώς να μας κάνει να φρενιάσουμε.

“Άκου κι αυτό!” και φυσικά σφηνάκι.

Σκάει και ένα παιδί συγκεκριμένο, αγκαλιά από παλιά, φίλημα στο μέτωπο. Άσε ρε, κωλόγερε λέω εγώ, σκάσε, ακόμα δεκαοχτάχρονο μοιάζεις εσύ, λέει αυτός.

“Άκου κι αυτό!” και σφηνάκι.
Χοροπηδητό και πείραγμα.

Όλοι δικοί μου. Νιώθω ασφαλής.

Δε θα φύγω παρά μόνο όταν θα βλέπω δύο κολλητές, δύο ντιτζέι και δύο κωλόγερους (και καλά).

“Εεεεε... Αύριο.”
“Εδώ θα 'μαστε.”

Και θα είναι.

Η κολλητή ήδη έχει φύγει ή θα κάτσει κι άλλο, πάω σπίτι συνοδευόμενη από τον “κωλόγερο”.
Μου δίνει το εθιμικό, αλκοολούχο φιλί και φεύγει.

“Αύριο πάλι.”

Πέφτω για ύπνο χαρούμενη, κι όταν ξυπνάω καταλαβαίνω ότι δεν ήμουν εκεί, ούτε τα σφηνάκια, η μουσική, η κολλητή, το φιλί και το χοροπηδητό, είμαι εδώ, ακόμα, μέσα στις στάχτες μου, ακόμα στην ανησυχία.

Δεν πειράζει.
Γιατί κάποια στιγμή θα έρθει ένα αύριο που θα πω κι εγώ “αύριο πάλι”.

Τετάρτη 26 Μαΐου 2010

Σαβάνες εδώ



Στις σαβάνες περπατάμε, στις σαβάνες
ο πρεζάκιας ήλιος δεν άφησε καμία άλλη εναλλακτική
χτυπώντας χορταράκια
ίσα να φαίνονται
στη ξεραμένη, κάτασπρη λασπούρα
σα χολή αρρώστου
και τα λίγα γατομουνοζούμια θηλυκά
που τα μυρίζανε οι κεραμιδόγατοι με τις παχιές μουστάκιες
του χωριού
χυμένα σε χορτάρια
και νιαουρίζανε καυλωμένοι.

Κύκλος γύρω απ' τη πράσινη γκριζαδούρα
τη τσιμεντίλα με τις ρίζες απ' τα δεντριά
καρφωμένες πάνω της γερά
και οι λίγοι γέροι που κοπανάνε το έδαφος με τη γκλιούτσα
μαζεύοντας το κοπάδι, με μαλλιαρά τσομπανόσκυλα στο κατώπι,
μας χαιρετάνε αδιάφορα, όσο
βήχουμε και σερνόμαστε στη ξεραμένη
κάτασπρη λασπούρα αλμπίνο
και βήχουμε και τους γνέφουμε κοπανημένοι
απ' τα πνεμόνια μας
δίπλα
απ' τη λασπούρα
στις σαβάνες
πίσω απ' την οικοδομή την άχτιστη.

Δευτέρα 24 Μαΐου 2010

Nocturne



Καπνίζεις και κοιτάς το ταβάνι, τα μάτια σου γεμάτα από κάτι που δεν μπορείς να περιγράψεις, δεν ξέρεις καν αν υπάρχει τελικά ή όχι, τόση κενότητα και τόση πληρότητα μαζί, ένα συν ένα ίσον δύο ίσον τίποτα ίσον τα πάντα και χάνεσαι, μικρή μου, θες πάντα να ξέρεις τι σου γίνεται και να που τώρα χάνεσαι σ' ένα ξέφρενο χορό από σκιές, αυτές που ήρθαν κι αυτές που θα 'ρθουν, θολές, να σ' αγγίζουν σ' όλο σου το κορμί, να τσιτώνεσαι και να τρέμεις, φοβάσαι, φταίει αυτό το κωλοτράγουδο, αργό και μεθυστικό σαν τη στιγμή που ακολουθεί έναν οργασμό, δε σου αρέσει να φοβάσαι, φοβάσαι ακόμη και να φοβηθείς, κλείνεις τα μάτια μα οι σκιές δε φεύγουν, εκεί είναι ακόμα και σε πειράζουν.

Προδοτικές στάλες ιδρώτα μαζεύονται στ' ακρόχειλο, τα μάτια σου αρνούνται ν' ανοίξουν πια, οι βλεφαρίδες μπλέχτηκαν μεταξύ τους απ' τη λαχτάρα, το χέρι σου κατεβαίνει χαμηλά και βρίσκει το γνώριμο εκείνο μέρος που έχει πάει τόσες φορές, εκείνη τη ζεστή, νοτισμένη, φουσκωμένη ρώγα σταφυλιού, μια στροφή με τ' ακροδάχτυλα, δυο, κι έπειτα κατεβαίνεις μια ανάσα πιο κάτω, μπαίνεις μέσα, όμορφα, ζεστά, υγρά, σαν να 'χεις πυρετό, καμπυλώνει το κορμί σου κι εκρήγνυσαι σαν αστέρι με μια κραυγή ηδονής – ή μήπως απώλειας;

Φέρνεις το χέρι σου στο στόμα, η γλώσσα ίσα που αγγίζει τ' ακροδάχτυλα, προσπαθείς να θυμηθείς πώς ήσουν κάποτε, πριν σε ραφινάρουν με ντροπές κι αξιοπρέπειες, ναι, αυτός είναι ο πραγματικός σου εαυτός, ατόφιος και πρωτόγονος σαν αυτό που γεύεσαι τώρα, με κάτι από μέλι και λεμόνι, κι εκείνη την περίεργη αψάδα στο τέλος, εκείνη που μένει να δροσίσει το στόμα με φωτιά, μήπως τελικά όλα τα άναρχα πράγματα αυτή τη γεύση έχουν;

Σηκώνεσαι κι ανοίγεις την κουρτίνα, το φεγγάρι χτυπά αναιδώς το παράθυρό σου, η γυμνή σου μορφή διαγράφεται θολή στο τζάμι, έχεις γίνει μια σκιά κι εσύ, θα ήθελες ν' αρπάξεις μια από αυτές που σε τυραννούσαν πριν λίγο και να ανταποδώσεις, να δαγκώσεις και να γδάρεις και να σφίξεις, να ουρλιάξεις και ν' ανακατευτείς, να χωθείς κάτω από το δέρμα της, τα φαντάσματα όμως δεν είναι από ύλη και το μόνο υλικό σώμα τώρα είναι το φεγγάρι, ξεδιάντροπα στρογγυλό και ασημένιο, σου φέρνει στο νου εκείνο το ποίημα του Ρίτσου που κάνατε στο σχολείο και καταριέσαι, δε θες να γίνεις σαν εκείνη, όχι, καλύτερα άσχημος άνθρωπος παρά όμορφο ποίημα.

Το φεγγάρι μάλλον άκουσε τις σκέψεις σου γιατί σε εκδικείται, αντιφεγγίζει στο τζάμι το κλειδί, το Κλειδί, εκείνο που κρέμεται απ' τ' αυτί σου, το φόρεσες όταν ράγισε η καρδιά σου για να μην ξεχάσεις, να μάθεις, να κλειδωθείς, να μην το βγάλεις μέχρι να έρθει εκείνος που δε θα σε ρωτήσει γιατί το φοράς, αλλά θα απαιτήσει απλώς να του το δώσεις, όμως αυτό είναι ακόμη εκεί, πάνω στ' αυτί σου ζει και βασιλεύει, γιατί Εκείνος δεν ήρθε κι ούτε θα 'ρθει, δεν υπάρχει ή εσύ δε θέλεις να υπάρχει.

Σεληνιάζεσαι, δαιμονίζεσαι, σκιάζεσαι, σπας το παράθυρο και πετάς με όση δύναμη έχεις τα γυαλιά στο φεγγάρι, να ματώσει, δε θα φτάσουν ποτέ ως εκεί - ποια είσαι μικρή μου που θα τα βάλεις με το φεγγάρι – ουρλιάζεις, κλαις, τραβάς το κλειδί δυνατά, βαρέθηκες κλειδιά και κλειδοκράτορες, Πανδώρες και χαοτικές σφραγίδες, τα δάκρυα λιώνουν το πρόσωπό σου σαν οξύ, τραβάς μια τελευταία φορά με λύσσα, το κλειδί εκτοξεύεται στο Άπειρο παίρνοντας μαζί του και το αυτί σου, πετάνε να βρούνε το φεγγάρι κι εσύ μένεις να τα κοιτάς ζαλισμένη, μια μάζα από αίμα, δάκρυα και κολπικά υγρά, ο πόνος σε σκίζει στα δύο, ουρλιάζεις ξανά και -

τότε ξυπνάς πάνω απ' το τετράδιο , το κλειδί είχε πατήσει στο λαιμό σου κι έχει κάνει μια λακκουβίτσα κόκκινη που τσούζει μα δε σε νοιάζει γιατί έχει ξημερώσει πια, ήταν μόνο ένα όνειρο, το τζάμι είναι στη θέση του και μπορεί να σε δείχνει ακόμα θολή, αλλά τουλάχιστον έχεις πρόσωπο κι αυτί, γελάς και βήχεις, πολλά τσιγάρα χτες, το χέρι σου μυρίζει ακόμα σαν εσένα και το τραγούδι συνεχίζει να παίζει στο repeat, αλλάζεις λίστα και παίρνεις το τετράδιο, αναρωτιέσαι τι μαλακίες έγραφες χτες και τι σκεφτόσουν πάλι, ναι, εκείνη τη σκιά, δε βαριέσαι, τη μέρα οι σκιές είναι Κάτω, δεν τις φοβάσαι και δεν τις ποθείς.

Ντύνεσαι... Πριν φύγεις, τραβάς τις κουρτίνες.
Για καλό και για κακό.


6/2/2008

Σάββατο 22 Μαΐου 2010

Αυτή.



Δέκα λερωμένοι κούβαροι από σεντόνια ο ένας πάνω απ' τον άλλο,
πεταμένες πετσέτες στο πάτωμα, δίπλα από άδεια πακέτα τσιγάρα,
πετσέτες με ξεραμένο σπέρμα και ψόφιες σταγόνες ιδρώτα,
((ψόφια σώματα, κουφάρια, νεκρά μόμολα και υδάτινες κουράδες των πόρων))
ανοιχτό παράθυρο, οι λεμονιές παίρνουν μάτι, μαζί με τα νυχτοπούλια,
δυο σακάτηδες συναισθημάτων να τυλίγονται ο ένας στον άλλο,
ω ναι, και πώς τη φίλαγα απόψε, δάγκωνα τα χείλια και δάγκωνα τις ρώγες,
και τα δάχτυλά της, τουρτούριζαν σα νεοσσοί και χώνονταν ανάμεσα απ' τα πόδια μου,
ρουφώντας ζέστη, κουτούλαγα άτσαλα στο σώμα της, αφήνοντας λεωφόρους από σάλιο
απ' τον αφαλό ως το λαιμό,
ένας κηφήνας που ψαχούλευε για μέλι στη κηρήθρα, έτοιμος να ρουφήξω οτιδήποτε
υγρό μπορούσα να λάβω,
φτύνοντάς το στη συνέχεια στα δάχτυλά μου, ενώ αυτή τη χτυπούσαν αόρατα κύμματα
από ενέργειες που δε μπόρεσα ποτέ να καταλάβω,
ενώ αυτή τρανταζόταν στο ξύλινο Μολώχ,
τεντώθηκα προς το μέρος της και της σχημάτισα ένα σταυρό στο κούτελο
με το ίδιο της το μέλι
άγιες φιγούρες και οι δυο, πεταμένες, εξόριστες, δίχως ανάγκη για ναούς
παρά μόνο για τραγούδι και κρασί,
το δέρμα της έμοιαζε να γίνεται μπρούτζινο, με τη πορτοκαλί λάμπα,
το μόνο φως στο μικροσκοπικό δωμάτιο,
αυτή να μου ψιθυρίζει κάτι στο αυτί, πιπιλώντας το λαιμό μου
και χαϊδεύοντας το γυμνό μου το κρανίο,
και τα δάχτυλά της συνέχιζαν να είναι κρύα και μοναχικά.

Έκανα σεξ με τη γυναίκα, με τη κόρη του Αυτοκράτορα,
και ήταν το τελευταίο μου βράδυ στη Ζωή,
πριν με ανακαλύψουν οι γενίτσαροί του το επόμενο πρωί,
αποκοιμισμένο, με τα μακριά της κατάμαυρα μαλλιά να μου κρύβουν το μισό το σώμα,
και με οδηγήσουν στη κρεμάλα
ενώ αυτή θα κοιμάται ακόμα
και θα συνεχίσει να κοιμάται για πολύ ακόμα
δίχως να μάθει ποτέ.

Παρασκευή 21 Μαΐου 2010

Aρχετυπιζειν



«Εσένα καλώ, σκιά που στοιχειώνεις το μυαλό μου. Με τα παιδικά σου βήματα, και τις ξύλινες κινήσεις, έλα κοντά μου, να σε πλανέψω με λέξεις πρωτάκουστες, να σε μαγέψω και πάλι.»

«Όχι.» είπε η μάγισσα κουνώντας το κεφάλι της εκνευρισμένη. Η μαγεία της είχε από καιρό πάψει να δουλεύει. Ο βάτραχος της την κοίταξε λοξά.

«Έτσι όπως πας, θα μας τινάξεις στον αέρα παλιόγρια!!» της γκρίνιαξε, όχι άδικα.

«Σιγά μην έρθουν δαίμονες για χάρη σου. Τα κόκαλα σου τρίζουν και το μυαλό σου το έχει σχεδόν κουρκουτιάσει η σκόνη. Παλαβή παλιόγρια!»

«Σκάσε ελεεινή δικαιολογία δαιμονικού.» Φώναξε η γριά-μάγισσα με τα τρελαμένα, παράταιρα μάτια της. Το κεφάλι της κουνιόταν σπασμωδικά πάνω στους ώμους της σαν να ανέμενε επίθεση ανά πάσα στιγμή.

«Τι ξέρεις εσύ από μάγια, ελεεινέ, τρισάθλιε φρύνε!» έσφιξε τα χείλια της και τα θολά της μάτια ανέκτησαν κάποια από την αλλοτινή τους λάμψη. Μεγάλα, μαύρα, σκοτεινά και πάναστρα. Υπήρξε όμορφη κάποτε, ποτέ αληθινά ισχυρή, αληθινά ταλαντούχα. Δεν το’χε μέσα της, όπως έλεγαν.

«Τι ξέρεις εσύ από μάγια;» σιγομουρμούρισε.

Η φωνή της έσβησε, σαν από κούραση, σαν από πικρία. Κούνησε τα ροζιασμένα χέρια της σαν να έδιωχνε κάτι που μόνο εκείνη έβλεπε. Συνοφρυώθηκε έντονα, ένας ιστός από σκιές φύτρωσε γύρω από τα μάτια της. Φύσηξε τη φωτιά στο τζάκι και ανακάτεψε το περιεχόμενο του τσουκαλιού με μια κουτάλα παλιά και χτυπημένη.

Γέλασε, βαθιά στο λαιμό της, έμοιαζαν, η κουτάλα και εκείνη. Ρούφηξε λίγο σούπα και αναστέναξε. Γέμισε ένα πιάτο και το απίθωσε μπροστά στο μικρό κορίτσι που την κοίταζε με ολοστρόγγυλα μάτια.

«Φάε» της είπε και άναψε την μικρή πίπα της. «Φάε και θα σου πω μια ιστορία που δεν την έχεις ξανακούσει. Μια ιστορία που δεν θα ακούσεις ποτέ ξανά.»

Και έτσι, το μικρό κορίτσι με τα στρογγυλά μάτια, που οι αγέρηδες φωνάζουν Ανάπαλι και οι γριές-μάγισσες Κλειώ, άρχισε να τρώει γρήγορα τη σούπα της.

Ο φρύνος που ήξερε, κόαξε δυνατά από το καλάθι του. Η μάγισσα τον κοίταξε καλά-καλά. Τον σημάδεψε με το στραβό δείκτη της και μουρμούρισε λίγες λέξεις. Όπως ήταν φυσικό, τίποτα δεν συνέβη. Ο φρύνος κόαξε και πάλι, αλλά κανείς δεν κατάλαβε τι έλεγε και ο ίδιος δεν μπήκε στον κόπο να μεταφράσει.

Το κορίτσι περίμενε ήσυχα τη μάγισσα να αρχίσει το παραμύθι. Εκείνη κοιτούσε συλλογισμένη τη φωτιά. Τράβηξε μια γερή ρουφηξιά και φύσηξε τον καπνό από τα ρουθούνια της. Το κορίτσι γέλασε, το ίδιο και η μάγισσα, ως και ο γκρινιάρης φρύνος χαχάνισε σιγανά, να μην τον πάρουν είδηση.

«Ορκίσου πως δεν θα την πεις σε κανένα.»

«Ορκίζομαι.» είπε το κορίτσι με τα στρογγυλά μάτια που οι αγέρηδες φωνάζουν Ανάπαλι και οι γριές-μάγισσες Κλειώ.

«Άμα με κοροϊδέψεις μικρή, θα το μάθω» τη φοβέρηξε η Ανατολή.

«Ορκίζομαι! Ορκίζομαι!!» ξεφώνισε η Ανάπαλι.

Η μάγισσα χαμογέλασε και χάιδεψε σκεφτική το σαγόνι της.

«Ας αρχίσουμε λοιπόν…»

Το κορίτσι έπιασε τις άκρες του τραπεζιού και κράτησε την ανάσα της.

«Το βλέπεις αυτό εδώ το σημάδι;» ρώτησε η Ανατολή δείχνοντας ένα παλιό κόψιμο στην αριστερή παλάμη της. Η Κλειώ έγνεψε.

«Όταν ήμουν νέα, πέντε-έξι χρόνια μεγαλύτερη από σένα, είχα πάει…»

«Στο μεγάλο κόκκινο δάσος;!!!» πετάχτηκε η Ανάπαλι.

«Μην διακόπτεις μικρή.» γκρίνιαξε η μάγισσα.

«Συγγνώμη κυρά.» ψέλλισε κοιτώντας τα ψίχουλα στο πάτωμα το κορίτσι.

«Είχα πάει.» συνέχισε λοξοκοιτώντας την. « στο εργαστήριο του παππού μου. Έκοψα το χέρι μου σε μια λεπίδα που είχε για το ξύλο. Με περιποιήθηκε και μετά, με κάθισε σε ένα σκαμνί στη σοφίτα και μου είπε αυτήν εδώ την ιστορία. Όταν και εσύ θα γίνεις 96 χρονών, όπως εγώ και όπως ο παππούς μου, με τα ίδια λόγια θα την μεταδώσεις σε όποιο κρίνεις άξιο.»

«Άξιο σε τι;» ρώτησε δειλά η Κλειώ.

«Θα καταλάβεις σε λίγο.»

H γριά μάγισσα έσκυψε το κεφάλι της σαν να την πίεζε η ίδια η μοίρα.

“Άκου με Κλειώ,” είπε σιγανά “και άκου με προσεκτικά.”

Η Ανάπαλι ξεροκατάπιε. Γιατί καθυστερούσε τόσο η μάγισσα;

Τα λεπτά κυλούσαν αργά και η σιωπή ανάμεσα τους βάρυνε, κάθισε σαν σκόνη πάνω στα έπιπλα και μούσκεψε τα ροζιασμένα χέρια της Ανατολής.

Μετά από κάμποση ώρα, η γριά-μάγισσα άνοιξε τα ρόδινα μάτια της. Το αλλοτινό τους μαύρο είχε χαθεί και ένας πυρωμένος ήλιος τα φώτισε μα τις ζεστές του ακτίνες.

Η Ανατολή κοίταξε την Κλειώ. Η Κλειώ ανταπέδωσε με μάτια στρογγυλά από την απορία. Η Ανατολή άναψε ξανά τη σβησμένη πίπα της και φύσηξε ένα δαχτυλίδι καπνού.

“Δεν ξέρω πώς να αρχίσω” κάγχασε.

“Όπως όλα τα παραμύθια, έλα Ανατολή σε παρακαλώ!!!” είπε η Ανάπαλι με την ψιλή φωνούλα της.

Η μάγισσα χαμογέλασε. Ένα πλήθος ρυτίδες βάθυναν γύρω από τα μάτια της.

“Πολύ καλά λοιπόν, μικρή μου.”

'Μια φορά και έναν καιρό, σε ένα δάσος, όχι πολύ μικρό, αλλά ούτε πολύ μεγάλο, μεγάλωνε ένα κόκκινο λουλούδι με βαριά, βελούδινα πέταλα.'

Η Ανατολή μειδίασε γλυκά σαν να έφερνε στο νου μια ανάμνηση.

'Κάθε μέρα ένα ξωτικό ξάπλωνε δίπλα του, το χάιδευε απαλά και περίμενε να ανθίσει. Το λουλούδι ψήλωνε, έβγαζε καινούργια φύλλα, άπλωνε τα βαριά, βελούδινα πέταλά του. Το ξωτικό του είχε πει, πως στην καρδιά του καλοκαιριού τα λουλούδια που τα αγάπησαν πολύ γίνονταν αιώνια δέντρα.

“Θα κάνουμε γιορτές στη σκιά σου, θα χορεύουμε αέναους κύκλους γύρω από τον κορμό σου.” έλεγε το ξωτικό.

Το λουλούδι το πίστεψε. Άκουγε τη φωνή του να ξυπνά μια δύναμη μέσα του, αρχαία σαν τον ήλιο, ίσως και πιο ισχυρή.

Η καρδιά του καλοκαιριού πλησίαζε αργά σαν τεμπέλικο άλογο. Το λουλούδι τώρα είχε ψηλώσει πολύ. Υψώνονταν σαν πύργος πάνω από το ξωτικό, πουλιά φώλιαζαν στα κλαδιά του το βράδυ. Τα άκουγε να μουρμουρίζουν, άλλοτε ανήσυχα, άλλοτε φλύαρα. Μιμήθηκε το τραγούδι τους με μια φωνή βαθιά, γεμάτη ξύλινους τριγμούς και χυμώδεις ψιθύρους.

Το ερωτεύτηκε ο αδάμαστος άνεμος. Άγγιζε απαλά τα κλαδιά του και έπαιζε με τα φύλλα του ράθυμα.

“Πόσο μεγάλωσες...” ψιθύρισε μια μέρα το ξωτικό.

Το λουλούδι του χάιδεψε το πρόσωπο με ένα ανθισμένο κλαδί. Το ξωτικό έκοψε προσεκτικά ένα κόκκινο μπουμπούκι και το μύρισε.

“Δέχομαι το δώρο σου” απάντησε με την αλλόκοτη προφορά του και χαμογέλασε πλατιά στα μπουμπούκια που άνθισαν στο άγγιγμα του.

“Σήμερα,” είπε. “Θα κάνουμε μια γιορτή στη σκιά σου. Θα χορέψουμε σε αέναους κύκλους γύρω από τον κορμό σου.”

Το ξωτικό χαμογέλασε και πάλι. Κάθισε στις στέρεες ρίζες του λουλουδιού και έπαιξε μια χαρούμενη μελωδία με τη φλογέρα του. Σε λίγο τον πλησίασε μια κοπέλα της φυλής του. Κάθισε και αυτή και άρχισε να παίζει την άρπα της. Πόσο χαρούμενο ήταν το λουλούδι! Ένιωθε μέσα του την δρυάδα να γεννιέται, σε λίγο θα γίνονταν ένα.

Ήρθαν πολλά ξωτικά κοντά του εκείνη τη νύχτα. Τα τραγούδια τους παγιδεύτηκαν ψηλά στα κλαδιά του, τα γέλια τους, βαθιά στην καρδιά του.

Και τότε, στο αποκορύφωμα της νύχτας, η δρυάδα που έκρυβε στον κορμό του κινήθηκε. Άνοιξε τα πράσινα της μάτια και γέλασε μαζί με τα ξωτικά. Έσπρωξε με το χέρι της τον σκληρό κορμό και για πρώτη φορά άγγιξε την νύχτα έξω. Ένα όμορφο πρόσωπο και ένα τέλειο στέρνο ακολούθησαν. Η δρυάδα κοίταξε γύρω της και άρχισε να τραγουδάει. Η φωνή της παγιδεύτηκε σε ξωτικένιες καρδιές, μα δρυάδα τραγουδούσε μόνο για εκείνον.

Την πλησίασε, είχε κόκκινα μαλλιά και πράσινα μάτια. Της χαμογέλασε. Εκείνη τον χάιδεψε στο μάγουλο και πρόφερε μία μόνο λέξη.

“Ευχαριστώ.” '

Η μάγισσα έμεινε σιωπηλή για αρκετή ώρα, Σήκωσε δειλά-δειλά τα ρόδινα μάτια της στην Κλειώ. Σκοτείνιασαν λίγο, σύντομα θα γίνονταν πάλι μαύρα.

“Ωραία ιστορία” ψιθύρισε η Κλειώ με σύννεφα και δέντρα στο βλέμμα.

“Έχω μια πολύ σημαντική ερώτηση για σένα Κλειώ” είπε γλυκά η γριά-μάγισσα.

“Αυτή η ιστορία ήταν για το λουλούδι, ή για το ξωτικό;”

Το κορίτσι με τα στρογγυλά μάτια που οι αγέρηδες φωνάζουν Ανάπαλι και οι γριές-μάγισσες Κλειώ, σκέφτηκε λίγο την απάντησή της.


“Η ιστορία,” είπε, “είναι για την Δρυάδα”

Η μάγισσα χαμογέλασε, και ο φρύνος κόαξε.